Πίσω στην κορυφή της σελίδας
05.09.2010 | 02:00

Μάνια - 25: “Τα νεύρα μου κρόσσια από την πρώτη στιγμή που πάτησα στο νησί”

Μάνια - 25: “Τα νεύρα μου κρόσσια από την πρώτη στιγμή που πάτησα στο νησί”
ΣΟΥ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;
Τη στιγμή που βγάζετε τα καλά σας και μένετε μόνο με το μαγιό, ανακαλύπτεις ότι ο άντρας που έχεις δίπλα σου είναι εντελώς διαφορετικός από αυτό που νόμιζες.

Ήμασταν μαζί μόλις  έντεκα μήνες, αρκετές ωστόσο για να καταλάβει τα ελαττώματά μου και να λατρέψω τα πλεονεκτήματά του. Ναι, η αλήθεια είναι ότι δεν έβρισκα πάνω του -στη συμπεριφορά του ή σε οτιδήποτε αφορούσε εκείνον- κανένα ψεγάδι. Μια φορά θυμάμαι μόνο που μου είχε μιλήσει κάπως απότομα, αλλά το έδιωξα σχεδόν αμέσως από το μυαλό μου όταν την επόμενη μέρα στο γραφείο μου προσγειώθηκαν 143 κόκκινα τριαντάφυλλα και μια κάρτα «Μέτρησε τα τριαντάφυλλα. Ο αριθμός είναι το δωμάτιο στο οποίο σε περιμένω το βράδυ στο St. George. Στις 9. Υ.Γ: συγγνώμη για χθές. Σε λατρεύω». 

Από το Μάιο κιόλας μετρούσα αντίστροφα τις μέρες  για τις πρώτες μας διακοπές. Πάνω από το κεφάλι μου αιωρούνταν συννεφάκια -ροζ φυσικά: μαζί αγκαλιά να τρώμε παγωτό και να βολτάρουμε στην παραλία, να παίζουμε ρακέτες, να κάνουμε έρωτα και το βράδυ να στροβιλιζόμαστε αγκαλιά με εμένα ντυμένη με ένα καταπληκτικό φόρεμα με κρόσσια και εκείνον φορώντας το πιο όμορφο χαμόγελό του. Από όλα αυτά που σου περιγράφω, κράτησε μόνο τα κρόσσια. Γιατί έτσι ακριβώς κατέληξαν τα νεύρα μου από την πρώτη κιόλας στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο νησί.

Ο Δημήτρης μου επιφύλασσε όπως μου είχε πει μια ευχάριστη έκπληξη, αν και στην πορεία διαπίστωσα πως το τι είναι ευχάριστο και τι δυσάρεστο είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό. Στην προκειμένη, η ευχάριστη έκπληξη του Δημήτρη είχε το εξής concept: σκηνή αντί για δωμάτιο, κάτι θάμνοι που είχαν και την χρήση αλλαχτηρίων-δημόσιων ουρητηρίων και για room service μια ξεχασμένη παρέα από την εποχή των hippies. Πήρα μια βαθιά ανάσα, αναμόχλευσα από τη μνήμη μου τα sos που είχα συγκρατήσει από τα μαθήματα yoga και διατηρώντας την ψυχραιμία μου τον ρώτησα αν ήθελε να βάλω ένα χεράκι στο στήσιμο του νέου μας σπιτικού. Και έβαλα! Τις φωνές! Ήταν η στιγμή που μετέφερα τα sac voyage μου από το αυτοκίνητο όταν μια τεράστια μέλισσα με άκρως επιθετικές τάσεις με τσίμπησε στο πόδι. Δεν ήταν τόσο ο πόνος, όσο ο γενικότερος εκνευρισμός και η συσσωρευμένη πίεση που με έκαναν να ουρλιάζω σαν υστερική.

Δύο ώρες και πολλές Fenistil μετά, όλα έδειχναν πιο ήρεμα. Φορέσαμε τα μαγιό μας και πέσαμε για την παρθενική βουτιά των πρώτων μας διακοπών η οποία κατέληξε σε πολλές τρυφερές αγκαλιές και βαρύγδουπες εξομολογήσεις του τύπου «θα πήγαινα οπουδήποτε μαζί σου», «δεν με νοιάζει καθόλου που δεν υπάρχει πουθενά πρίζα για πιστολάκι, η αγάπη μας αρκεί» και πως «οι νέοι μας γείτονες που μοιάζουν σα να ξεπήδησαν από την θεία μου την χίπισσα είναι πολλοί φιλικοί τελικά». Γελάσαμε πολύ και περάσαμε τόσο όμορφα εκείνο το βράδυ που ακόμη και η σκηνή μας μου φαινόταν μεζονέτα. Όλα αυτά στο σκοτάδι, γιατί με το πρώτο φως του ηλίου (πολύ πρώτο!) εκεί γύρω στις επτά το πρωί, ήταν λες και ξύπνησα μέσα σε θερμοκήπιο. Η ζέστη με είχε καταβάλει, τα ζουζούνια είχαν γαζώσει το κορμί μου και εκείνος έλειπε από δίπλα μου. Πήρα τα νεύρα μου, φόρεσα το μαγιό μου και βγήκα έξω από τη σκηνή προς αναζήτηση νερού. Μια μικρή καντίνα στην άλλη άκρη της παραλίας φάνταζε σαν όαση. «Δύο freddo και ένα μεγάλο μπουκάλι νερό, παρακαλώ». «Νερό εκτός ψυγείου. Χάλασε. Freddo δεν φτιάχνω. Φραπέ;». Έτσι. Λακωνικά. Σαν τη διαφήμιση. Πήρα το ζεστό νερό, το ζεστό φραπέ στο χέρι και έκανα τη διαδρομή πίσω γεμάτη νεύρα και προετοιμασμένη για μεγάλο καβγά. Φτάνοντας στη σκηνή συνειδητοποιώ ότι η τύχη του Δημήτρη αγνοείται!


Ψάχνω όλη την παραλία, ρωτάω τους λατρεμένους μας γείτονες αν τον είδαν, περνάνε αρκετές ώρες με κλάματα και υποσχέσεις στον εαυτό μου ότι αν είναι καλά δεν πρόκειται να του ξαναβάλω ποτέ τις φωνές και τη στιγμή που σηκώνω το βλέμμα μου στην παραλία βλέπω μια τσιπούρα και μια τρίαινα να κινούνται απειλητικά προς το μέρος μου. Α! Και τον Δημήτρη ντυμένο οϊκά μέσα σε μια κατάμαυρη στολή. Δεν τήρησα τον λόγο μου. Έπεσα πάνω του με ορμή και άρχισα να τον χτυπάω με όση δύναμη είχα. «Αποκλείεται να μου το έκανες αυτό. Δεν καταλαβαίνεις ότι ανησύχησα; Νόμιζα ότι έπαθες κάτι κακό. Να μην μου το ξανακάνεις ποτέ. Με ακούς; Ποτέ!». Κι εκείνος, παίρνοντας την πιο γλυκιά και παραπονιάρικη γκριμάτσα που διαθέτει μου ανταπάντησε «Μα νόμιζα πως σου αρέσουν οι τσιπούρες. Την έφερα για εσένα. Για να την μαγειρέψεις...». Πρώτον, ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΝΑ ΜΑΓΕΙΡΕΥΩ. Δεύτερον, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΗΞΕΡΑ, ΣΕ ΠΟΙΑ ΚΟΥΖΙΝΑ ΑΚΡΙΒΩΣ...; 


Ήταν η τέταρτη  μέρα των μετά κόπων διακοπών μας  και ένιωθα να έχω ξεπεράσει κάθε όριο του εαυτού μου. Και η κατάσταση εξωθούνταν ακόμη περισσότερο στα άκρα, όλες τις φορές που ο Δημήτρης με κοιτούσε με εκείνο το αλλόκοτο χαμόγελο «είμαι κεφάτος, ψωνίζω στου Βερόπουλου». Αναρωτιόμουν πως ήταν δυνατό στους 11 αυτούς μήνες που έχουν προηγηθεί να μην έχω συνειδητοποιήσει στιγμή το πόσο αταίριαστοι είμαστε και το πόσο διαφορετικά πράγματα θέλουμε να κάνουμε. Αλλά μόνο εκεί, γιατί όσο βρισκόμασταν στην Αθήνα τα θέλω μου και τα θέλω του βρίσκονταν σε απόλυτη σύμπλευση. Μήπως τελικά, τόσο καιρό καταπίεζε τις επιθυμίες του και απλά δεν ήθελα να «λουστεί» τα απόνερα των δικών μου επιλογών; Μήπως τώρα, που ήταν περίοδος διακοπών και κατ’ επέκτασιν απελευθέρωσης, έβγαζε τον πραγματικό του εαυτό;

Όταν το ίδιο βράδυ του ζήτησα να βγούμε στον πολιτισμό και να πάμε σε κάποιο bar για να διασκεδάσουμε όπως παλιά (εννοώντας πέντε μέρες πριν πατήσουμε το πόδι μας στο καταραμένο νησί), μου έδωσε το λόγο του. Τον οποίο, δυστυχώς, πήρε πίσω το αμέσως επόμενο μισάωρο όταν οι ανιψιοί της Ρένας Βλαχοπούλου (βλ. Θεία μου χίπισσα) μας κάλεσαν για μπάρμπεκιου ψαριών με combo γεύμα, πατάτα και αναψυκτικό δωρεάν. Χαμογέλασα ευγενικά και κοίταξα τον Δημήτρη στα μάτια, σίγουρη πως θα έπαιρνε την κατάσταση πάνω του: «Φυσικά και θα έρθουμε!». Αυτό ήταν! Έκανα ιώβειο υπομονή ακούγοντας την παρέα να μοιράζεται μαζί μας τις εμπειρίες της από τα ελεύθερα camping ανά τον κόσμο και μετά από μία ώρα προφασίστηκα πως νύσταζα. Πήγα στη σκηνή-κλουβί και έκλαιγα μέχρι να με πάρει ο ύπνος.

Ξύπνησα στις τέσσερις το ξημέρωμα από ένα χέρι που μου χάιδευε τα μαλλιά. Ήταν το δικό του, αλλά αυτή τη φορά, όσο γλυκό βλέμμα και αν είχε, δεν θα μου άλλαζε γνώμη. Σηκώθηκα και με μαλλιά αλά Κάμερον Ντίαζ στο «Κάτι τρέχει με τη Μαίρη» στη σκηνή με το ραντεβού της με τον Μπεν Στίλερ του τρίβω στη μούρη ένα γενναίο “χωρίζουμε”. Του είπα πως δεν αντέχω άλλο, νιώθω πως δεν έχουμε πια κανένα κοινό, δεν κράτησε το λόγο του γι’ απόψε και ένα σωρό άλλα «δεν». 

Τα μαζέψαμε άρον άρον και σε όλη τη διαδρομή μέχρι το λιμάνι δεν ανταλλάξαμε  κουβέντα. Ούτε στο καράβι. Μόνο όταν φτάσαμε κάτω από το σπίτι μου και χωρίς καν να σβήσει τη μηχανή, μου πέταξε ξερά ένα «καλό βράδυ».
Αλλά δεν ήταν αρκετό για να με βοηθήσει να καταλάβω τι θα γινόταν την επόμενη μέρα. Ήμασταν ακόμη μαζί; Χωρίσαμε με ένα απλό “καλό βράδυ”, εννοώντας κάτσε σκέψου τις παράνοιές σου και τα ξαναλέμε όποτε...; Θυμάμαι, τουλάχιστον παλιότερα στις σχέσεις τα πράγματα ήταν πολύ πιο ξεκάθαρα. Αν ήθελε σχέση σε ρωτούσε «θέλεις να τα φτιάξουμε;» και όταν έφτανε η στιγμή να χωρίσετε στο έλεγε πάλι ολοκάθαρα «θέλω να τα χαλάσουμε!», μπορεί να στο έστελνε με sms, δεν έχει σημασία. Αλλά τουλάχιστον το μάθαινες. Ωραία πράγματα!

Κι εκείνο που  με τρόμαζε περισσότερο είναι  ότι με τον Δημήτρη δεν είχαμε ποτέ κάνει ξεκάθαρη κουβέντα για το αν είμαστε σε σχέση ή απλά βλεπόμαστε. Ήρθε απλά. Μήπως, λοιπόν, η σχέση τελείωσε όπως τελικά ξεκίνησε; Έτσι απλά; Πέρασαν δύο μέρες χωρίς κανένα τηλεφώνημα. Την Τρίτη έλαβα μια ανθοδέσμη. «Αυτή την φορά τα τριαντάφυλλα είναι λιγότερα, το δωμάτιο όμως ίδιο. Σε περιμένω...».

Τον είδα να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού, φορώντας ένα υπέροχο κοστούμι. Και όταν το έβγαλε ήταν εξίσου υπέροχος. Με τα προτερήματα και τα ελαττώματά του. Τον αγκάλιασα σφιχτά και του είπα  «θα πήγαινα οπουδήποτε μαζί σου». Και το εννοούσα ειλικρινά. Η σκέψη και μόνο του να τον χάσω με τρόμαζε.
Σε λίγες μέρες  φεύγουμε για τις δεύτερες διακοπές μας, αυτή τη φορά όμως φρόντισα να προσδιορίσω εγώ το οπουδήποτε. Στο ίδιο camping αλλά δεν το ξέρει. Έχω πάρει και ψυγειάκι μαζί!


Το πρώτο φιλί, το πρώτο βλέμμα, η γνωριμία. Η αμηχανία, τα ευτράπελα, το συναίσθημα. Κεραυνοβόλος έρωτας, σχέση πάθους, σχέση λάθους, χωρισμός... Στείλε τη δική σου ξεχωριστή ερωτική ιστορία και δες την δημοσιευμένη.
ΚΑΝΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ
Βαθμολόγησέ το
Εσύ τι λες; Πες τη γνώμη σου
Πες τη γνώμη σου

Πείτε μας...

Ρωτήστε μας, διορθώστε μας, εκμυστηρευτείτε μας, σχολιάστε μας. Σας προσκαλούμε να γίνετε μέλος της παρέας που
λέγεται ΤL!fe...

Top 10
close button

Κάντε Like: Tlife.gr στο Facebook