Η καρδιά της οικογένειάς μας είναι βαριά. Ο θάνατος του Βασίλη Γκούμα, σήμερα Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026, δεν είναι για μένα μια αθλητική είδηση, αλλά μια βαθιά προσωπική απώλεια. Ο «Μπιλλάρας» μας, ο δικός μας άνθρωπος, δεν είναι πια εδώ.
Για τον πατέρα μου, τον Μίμη Στεφανίδη, ο Βασίλης δεν ήταν απλώς ένας παίκτης που πέρασε από τα χέρια του· ήταν το «τέταρτο παιδί» του, ο μικρός του αδελφός. Η είδηση του χαμού του τον βρήκε σε μια κατάσταση βαθιάς θλίψης, καθώς οι δυο τους ήταν αχώριστοι μέχρι την τελευταία στιγμή. Τηλεφωνούνταν κάθε μέρα, και όταν ο πατέρας μου χρειάστηκε να νοσηλευτεί, ο Βασίλης τον καλούσε πέντε φορές την ημέρα, δείχνοντας την λατρεία που του είχε.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Μάλιστα, μόλις δύο ημέρες πριν φύγει από τη ζωή, είχαν κανονίσει να βρεθούν για να φάνε μαζί με φίλους. Ο Βασίλης ήθελε να πάνε κάπου το βράδυ, αλλά ο πατέρας μου, με το γνώριμο χιούμορ του, του είπε: «Δεν έρχομαι… πού να πάω τέτοια ώρα, είμαι γέρος». Αυτή η τελευταία τους επικοινωνία κάνει την απώλεια ακόμα πιο οδυνηρή για εκείνον.
Ο Μπιλλάρας ήταν πάντα η ψυχή της παρέας. Οι πλάκες και τα ανέκδοτα ήταν γι αυτόν τρόπος ζωής. Μαζεύονταν όλοι γύρω του και λύνονταν στα γέλια, με τις ιστορίες που είχε να αφηγηθεί. Μια από τις αγαπημένες όλων ήταν αυτή με τον ταξίαρχο που ταξίδευε με την ομάδα των Ενόπλων δυνάμεων στο εξωτερικό, δεν ήξερε γρι αγγλικά και οι ατάκες του, έχουν γράψει ιστορία. Έτσι περνούσαν τα βράδια στο εντευκτήριο (έτσι το έλεγαν τότε- όχι μπαρ ή κυλικείο) του Πανελληνίου.
Ο Πανελλήνιος αποφάσισε να ονομάσει το γήπεδο του σε Βασίλης Γκούμας και οι σημαίες σήμερα πνέουν μεσίστιες αποτίοντας φόρο τιμής σε ένα κομμάτι της ιστορίας του συλλόγου, που πέρασε στην αιωνιότητα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η σχέση του Βασίλη Γκούμα με την οικογένεια μου ξεκίνησε τη δεκαετία του ’60, όταν ο νεαρός αθλητής ήρθε από τον Βόλο στην Αθήνα. Ήταν ένα παιδί μόλις 16 ετών, χωρίς οικονομική δυνατότητα, ούτε σπίτι για να μείνει. Ο πατέρας μου τον πήρε στον Πανελλήνιο και του άνοιξε την πόρτα του σπιτιού μας στην Κυψέλη, όπου έμεινε για πάνω από έναν χρόνο.
Ο Βασίλης κοιμόταν στο δωμάτιο που προοριζόταν για μένα, δίπλα στη γαλάζια μωρουδιακή καλαθούνα, αφού η μητέρα μου ήταν σίγουρη πως περίμενε αγόρι. Η γιαγιά μου η Γιόλα τον φρόντιζε σαν δικό της παιδί, φτιάχνοντάς του τα καλύτερα φαγητά για να «θεριέψει» αυτό το «θηρίο» του μπάσκετ.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το τελετουργικό του. Όταν τα μίντια τον έχρισαν «Αυτοκράτορα», εκείνος έπαιρνε ένα μακρύ ξύλο για σπαθί και μας έλεγε: «Γονάτισε να σε χρίσω ιππότη της στρογγυλής τραπέζης του Πανελληνίου». Ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή, πλάκες και ανέκδοτα, που ακόμα και στην Εθνική Ενόπλων, όπου ο πατέρας μου ήταν προπονητής του για μια δεκαετία, δεν σταματούσε να σκαρώνει «καλαμπούρια».
Θυμάμαι ακόμα να με σηκώνει ψηλά στους ώμους του όταν ήμουν παιδί και να νιώθω ότι θα αγγίξω τον ουρανό. Ήταν καλοκαιράκι, πριν από αγώνα στην Πάτρα που η ομάδα έπαιζε βόλεϊ με μένα για μπάλα. Η φωτογραφία είναι από το Καμάρι, όπου κάναμε τις διακοπές μας. Στον Μπιλλάρα δεν άρεσε πολύ η θάλασσα, για αυτό και δεν έχει αποτυπωθεί στη συγκεκριμένη ανάμνηση. Καθόταν συνήθως παραλία.
Σήμερα, ο δικός μας Αυτοκράτορας ανέβηκε στον ουρανό, αφήνοντας πίσω του έναν «πατέρα» που θρηνεί έναν «γιο» και μια οικογένεια που έχασε το πιο χαμογελαστό της μέλος.
Καλό ταξίδι, Μπιλλάρα μας. Σου υπόσχομαι πως οι ιππότες της «στρογγυλής τραπέζης» σου δεν θα σε ξεχάσουν ποτέ.
Τατιάνα
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ακολουθήστε το tlife.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ


