Μερικές εικόνες και βίντεο, σε κάνουν να σταματήσεις για λίγο το ατελείωτο scroll. Η Jane Fonda πλησιάζει την Gisèle Pelicot, πιάνει τα χέρια της και τη φιλά. Δεν μοιάζει με στημένη φωτογραφία. Ούτε με ακόμη μία celebrity συνάντηση. Μοιάζει περισσότερο με εκείνες τις στιγμές στις οποίες δεν χρειάζεται να ειπωθούν και πολλά.
Γιατί οι δύο γυναίκες που συναντήθηκαν στη Βενετία στις 3 Σεπτεμβρίου, με αφορμή τα 17α DVF Awards της Diane von Furstenberg, κουβαλούν η καθεμία μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Κοινός παρονομαστής; Η άρνηση να σιωπήσουν.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Μια διαφορετική βραδιά στη Βενετία
Η ιταλική πόλη αυτές τις ημέρες ζει στους ρυθμούς του κινηματογράφου. Όμως στο ιστορικό Teatro Goldoni η βραδιά της 3ης Σεπτεμβρίου δεν ήταν αφιερωμένη σε ταινίες, πρεμιέρες ή βραβεία ερμηνείας.
Τα DVF Awards δημιουργήθηκαν το 2010 από τη Diane von Furstenberg και το Diller-von Furstenberg Family Foundation με σκοπό να αναγνωρίζουν γυναίκες που, μέσα από τη δράση τους, επιχειρούν να βελτιώσουν τη ζωή άλλων γυναικών.

Κάθε χρόνο πέντε γυναίκες τιμώνται για το θάρρος, την επιμονή και την κοινωνική τους προσφορά, ενώ τα βραβεία συνοδεύονται από οικονομική ενίσχυση προς οργανώσεις που υποστηρίζουν το έργο τους.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Για το 2026, οι πέντε αυτές σπουδαίες γυναίκες ήταν η Jane Fonda, η Gisèle Pelicot, η πρωθυπουργός των Μπαρμπέιντος Mia Amor Mottley, η βραβευμένη φωτορεπόρτερ Lynsey Addario και η Κενυάτισσα Wawira Njiru, ιδρύτρια του Food4Education.

Πέντε γυναίκες, πέντε διαφορετικές διαδρομές. Όμως αναμφίβολα μία από τις πιο φορτισμένες συναντήσεις της βραδιάς ήταν εκείνη της Jane Fonda με την Gisèle Pelicot.
Η Fonda μίλησε για εκείνη με εμφανή θαυμασμό. Τη χαρακτήρισε γυναίκα εξαιρετικού θάρρους και στάθηκε στην απόφασή της να αρνηθεί να καθορίζεται για πάντα από τη λέξη «θύμα». Αυτό ακριβώς, άλλωστε, βρίσκεται στην καρδιά ολόκληρης της ιστορίας της Pelicot.
Gisèle Pelicot: Η γυναίκα που αποφάσισε ότι η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια το όνομα Gisèle Pelicot δεν σήμαινε τίποτα για τον υπόλοιπο κόσμο. Ήταν μία Γαλλίδα με μια οικογένεια και μια ζωή η οποία, τουλάχιστον στα δικά της μάτια, ακολουθούσε μια φυσιολογική πορεία.
Μέχρι που ανακάλυψε πως για σχεδόν μία δεκαετία ζούσε μέσα σε μια πραγματικότητα πολύ πιο σκοτεινή από οτιδήποτε θα μπορούσε να φανταστεί. Ο τότε σύζυγός της, Dominique Pelicot, τη νάρκωνε επανειλημμένα χωρίς εκείνη να το γνωρίζει, τη βίαζε ενώ βρισκόταν αναίσθητη και προσκαλούσε άνδρες που γνώριζε μέσω διαδικτύου στο σπίτι τους προκειμένου να τη βιάσουν κι εκείνοι.
Οι επιθέσεις καταγράφονταν σε βίντεο. Η υπόθεση αποκαλύφθηκε όταν, το 2020, ο Dominique Pelicot συνελήφθη για ένα άλλο αδίκημα. Είχε εντοπιστεί να φωτογραφίζει κρυφά γυναίκες κάτω από τις φούστες τους σε σούπερ μάρκετ. Κατά την έρευνα των ηλεκτρονικών του συσκευών, οι Αρχές βρήκαν χιλιάδες αρχεία που τελικά αποκάλυψαν το εύρος των εγκλημάτων.
Για την Gisèle Pelicot, μαζί με την αποκάλυψη ήρθε και μια δεύτερη, οδυνηρή συνειδητοποίηση. Για χρόνια πίστευε ότι ήταν άρρωστη.
Είχε ανεξήγητα κενά μνήμης και αναζητούσε ιατρικές απαντήσεις, χωρίς να γνωρίζει πως στην πραγματικότητα ναρκωνόταν εν αγνοία της επανειλημμένα. Στη Βενετία αναφέρθηκε ξανά σε αυτόν τον δεκαετή εφιάλτη, εξηγώντας πόσο δύσκολο ήταν να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε στο ίδιο της το σώμα.
Και μετά πήρε μια απόφαση που άλλαξε τα πάντα
Όταν άρχισε η δίκη στην Αβινιόν, η Gisèle Pelicot είχε δικαίωμα να προστατεύσει την ανωνυμία της και να ζητήσει η διαδικασία να πραγματοποιηθεί μακριά από τα βλέμματα της δημοσιότητας.
Επέλεξε το ακριβώς αντίθετο. Ήθελε η δίκη να είναι δημόσια. Ήθελε ο κόσμος να γνωρίζει. Ήθελε να φανούν τα πρόσωπα των κατηγορουμένων. Και, πάνω από όλα, αρνήθηκε να δεχτεί ότι η ντροπή ανήκε σε εκείνη.

Κάπως έτσι γεννήθηκε μια φράση που ξεπέρασε πολύ γρήγορα τα όρια μιας δικαστικής αίθουσας: «Η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά». Η ίδια εξήγησε αργότερα ότι αρχικά είχε σχεδιάσει μια εντελώς κλειστή ακροαματική διαδικασία. Τελικά τηλεφώνησε στους δικηγόρους της και τους ενημέρωσε ότι είχε αλλάξει γνώμη. Ήταν μια απόφαση που, όπως παραδέχθηκε, άλλαζε τα πάντα. Και πράγματι τα άλλαξε.
Η δίκη εξελίχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες δικαστικές υποθέσεις σεξουαλικής βίας των τελευταίων ετών στην Ευρώπη. Τον Δεκέμβριο του 2024 ο Dominique Pelicot καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκισης. Και οι 50 συγκατηγορούμενοί του κρίθηκαν ένοχοι για βιασμό, απόπειρα βιασμού ή σεξουαλική επίθεση.
Η υπόθεση άνοιξε παράλληλα μια τεράστια δημόσια συζήτηση στη Γαλλία για κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο: τη συναίνεση. Το 2025 η γαλλική νομοθεσία για τον βιασμό άλλαξε ώστε να συμπεριλάβει ρητά την έννοια της συναίνεσης. Η νέα διατύπωση την ορίζει ως ελεύθερη και ενημερωμένη, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι η σιωπή ή η έλλειψη αντίστασης δεν μπορούν να θεωρηθούν συγκατάθεση. Η υπόθεση Pelicot αποτέλεσε κεντρικό σημείο αναφοράς στη συζήτηση που προηγήθηκε.
«Δεν θέλω να φοράω πια τα ρούχα του θύματος»
Υπάρχει όμως μια λεπτή αλλά πολύ σημαντική διαφορά στον τρόπο με τον οποίο η Gisèle Pelicot μιλά σήμερα για όσα πέρασε. Δεν αρνείται ότι υπήρξε θύμα εγκλημάτων. Αρνείται όμως να αφήσει την ιδιότητα αυτή να γίνει η ταυτότητά της.
Στη Βενετία εξήγησε πως η δίκη δεν υπήρξε για εκείνη θεραπεία. Ήταν μια αναγκαία διαδικασία ώστε η Δικαιοσύνη να ορίσει καθαρά ποιοι ήταν οι δράστες και ποια το θύμα. Μετά την καταδίκη τους, ήθελε να κλείσει αυτό το κεφάλαιο και να συνεχίσει τη ζωή της.

Είπε ακόμη ότι χρειάστηκε ουσιαστικά να ξαναχτίσει τη ζωή της πάνω σε ερείπια. Αυτή ακριβώς η φράση εξηγεί και γιατί η ιστορία της άγγιξε τόσο βαθιά εκατομμύρια γυναίκες. Όχι επειδή παρουσιάστηκε ως μια άτρωτη ηρωίδα. Αλλά επειδή δεν ήταν.
Ήταν ένας άνθρωπος που έμαθε με τον πιο βίαιο τρόπο ότι η ζωή που πίστευε πως ζούσε δεν ήταν αυτή που πραγματικά συνέβαινε. Και παρ’ όλα αυτά επέλεξε, βήμα βήμα, να πάρει ξανά στα χέρια της το δικαίωμα να ορίσει ποια είναι.
Από μια δικαστική αίθουσα σε ένα παγκόσμιο σύμβολο
Μέσα σε δύο μόλις χρόνια, η Gisèle Pelicot πέρασε από την πλήρη ανωνυμία σε μια θέση που η ίδια πιθανότατα δεν είχε ποτέ ζητήσει: έγινε παγκόσμιο σύμβολο στον αγώνα κατά της σεξουαλικής βίας.
Τον Φεβρουάριο του 2026 κυκλοφόρησε και το βιβλίο της, A Hymn to Life: Shame Has to Change Sides, το οποίο έγραψε μαζί με τη δημοσιογράφο και συγγραφέα Judith Perrignon. Σε αυτό επιστρέφει στην προσωπική της ιστορία, στη δίκη και στην απόφαση να εκτεθεί δημόσια προκειμένου να αλλάξει κάτι πολύ μεγαλύτερο από τη δική της υπόθεση.
Όπως είπε λίγες εβδομάδες αργότερα παρουσιάζοντας το βιβλίο της στη Βαρκελώνη, συνειδητοποίησε ότι η δίκη είχε τελικά βοηθήσει να «απελευθερωθούν οι φωνές των γυναικών». Αυτό είναι το πιο σημαντικό αποτύπωμά της. Όχι ότι μίλησε μόνο για όσα συνέβησαν στην ίδια. Αλλά ότι, μιλώντας, έκανε ευκολότερο για κάποια άλλη γυναίκα να μιλήσει επίσης.
Και κάπου εδώ μπαίνει στην ιστορία η Jane Fonda
Για τη Jane Fonda ο ακτιβισμός δεν υπήρξε ποτέ μια παράλληλη δραστηριότητα στην κινηματογραφική της καριέρα. Είναι μέρος της δημόσιας ταυτότητάς της εδώ και δεκαετίες.
Από τη δράση της ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ και τους αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών μέχρι την κλιματική κρίση, έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα το βήμα της ως πολιτικό μεγάφωνο.
Το 2019 ίδρυσε μαζί με την Greenpeace USA τα Fire Drill Fridays, μια σειρά δράσεων πολιτικής ανυπακοής και κινητοποιήσεων για την κλιματική κρίση. Η ίδια συνελήφθη επανειλημμένα κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στην Ουάσινγκτον, έχοντας ήδη περάσει τα 80.
Είναι επίσης συνιδρύτρια του Women’s Media Center, μαζί με τη Gloria Steinem και τη Robin Morgan, με στόχο την ενίσχυση της παρουσίας και της φωνής των γυναικών στα μέσα ενημέρωσης.

Στα DVF Awards η ίδια συγκινήθηκε μιλώντας για τη Steinem, η οποία έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, ενώ στη συνέχεια αναφέρθηκε και στο σημερινό πολιτικό τοπίο των ΗΠΑ.
Όμως στη συνάντησή της με την Pelicot δεν χρειάστηκε ούτε πολιτικό μήνυμα ούτε μεγάλη ομιλία. Υπήρξε απλώς εκείνο το φιλί.
Γιατί τελικά αυτή η φωτογραφία έχει σημασία
Είναι εύκολο να την κοιτάξεις και να δεις δύο διάσημες γυναίκες σε μία βράβευση. Μόνο που η μία είναι μια γυναίκα που εδώ και περίπου έξι δεκαετίες επιλέγει να βρίσκεται σε διαδηλώσεις, εκστρατείες και πολιτικές μάχες, ακόμη κι όταν αυτό έχει προσωπικό κόστος.
Και η άλλη είναι μια γυναίκα που δεν ξεκίνησε ως ακτιβίστρια. Έγινε! Όχι επειδή το σχεδίασε. Όχι επειδή αναζητούσε δημοσιότητα. Αλλά επειδή κάποια στιγμή βρέθηκε μπροστά σε μια επιλογή: να προστατεύσει τον εαυτό της από τη δημόσια έκθεση ή να εκθέσει εκείνους που της είχαν αφαιρέσει το δικαίωμα να συναινεί. Διάλεξε το δεύτερο.
Και όταν η Jane Fonda έπιασε τα χέρια της Gisèle Pelicot στη Βενετία, αυτό που συναντήθηκε δεν ήταν απλώς η λάμψη του Hollywood με μία από τις σημαντικότερες πρωταγωνίστριες της πρόσφατης ευρωπαϊκής επικαιρότητας. Ήταν δύο διαφορετικές εκδοχές θάρρους. Το θάρρος μιας γυναίκας που επί δεκαετίες επιλέγει να μιλά. Και το θάρρος μιας γυναίκας που κάποια στιγμή αναγκάστηκε να μιλήσει και αποφάσισε ότι, από τη στιγμή που θα το έκανε, θα ακουγόταν μέχρι το τέλος.
Ίσως για αυτό η πιο δυνατή στιγμή της βραδιάς δεν χρειάστηκε βήμα, μικρόφωνο ή χειροκρότημα. Χρειάστηκε μόνο δύο χέρια που ενώθηκαν και ένα φιλί. Και, για λίγα δευτερόλεπτα, η γυναικεία αλληλεγγύη δεν ήταν σύνθημα. Ήταν εικόνα.
Κεντρική φωτογραφία: @dvf
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ακολουθήστε το tlife.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα.