Σε μια εποχή όπου το άγχος μοιάζει να έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, η ψυχολόγος και συγγραφέας Έλενα Σολταρίδου έρχεται να θέσει ένα ερώτημα που μας αφορά όλους: «Ποιος αξίζει το άγχος μου;». Μέσα από το νέο της βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Key Books, η ίδια δεν επιχειρεί απλώς να μας δώσει συμβουλές για τη διαχείριση του άγχους, αλλά μας καλεί να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας και τους ανθρώπους γύρω μας.
Η Έλενα Σολταρίδου, ψυχολόγος και υποψήφια διδάκτωρ με αντικείμενο τη διαχείριση του άγχους, αξιοποιεί την επιστημονική της γνώση και την πολυετή εμπειρία της, μετατρέποντας σύνθετα ψυχολογικά ζητήματα σε πρακτικά εργαλεία αυτογνωσίας και προσωπικής ενδυνάμωσης. Στις σελίδες του βιβλίου «Ποιος αξίζει το άγχος μου; – 45 τρόποι να σταματήσεις να ζεις για τους άλλους», ο αναγνώστης καλείται να αναγνωρίσει τα μοτίβα που τον οδηγούν στην εξάντληση, να επαναπροσδιορίσει τα όριά του και να διεκδικήσει μια πιο ισορροπημένη ζωή.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Έλενα Σολταρίδου μιλά για την έμπνευση πίσω από το βιβλίο, τη δυσκολία του να βάζουμε όρια, την ανάγκη για αποδοχή, τον ρόλο των social media στην αύξηση του άγχους και τις μικρές καθημερινές αλλαγές που μπορούν να μας οδηγήσουν σε μεγαλύτερη ψυχική ελευθερία.
Ο τίτλος «Ποιος αξίζει το άγχος μου;» είναι ιδιαίτερα δυνατός και ταυτόχρονα πολύ επίκαιρος. Πώς γεννήθηκε;
Οι συνεδρίες είναι συχνά αφορμή όχι μόνο για σκέψεις, αλλά και για άρθρα, για ομιλίες, γι’ αυτό το βιβλίο. Μέσα στις συνεδρίες παρατηρούσα ανθρώπους που εξαντλούνταν ψυχικά, όχι μόνο από τις πραγματικές δυσκολίες της ζωής, αλλά από την ανάγκη τους να ικανοποιούν τους πάντες, να προλαβαίνουν τα πάντα και να ελέγχουν καταστάσεις που δεν μπορούσαν όμως να αλλάξουν.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ο πιο ουσιαστικός προβληματισμός δεν ήταν «πώς θα απαλλαγώ από το άγχος μου». Το άγχος θεωρούνταν δεδομένο, όπως και οι καταστάσεις που το προκαλούσαν και το συντηρούσαν.
Δεν αξίζουν όλοι και όλα τον ίδιο χώρο μέσα μας. Ο τίτλος, λοιπόν, είναι μια πρόσκληση, ίσως και μία πρόκληση αυτοπαρατήρησης… να αναρωτηθούμε αν αυτό που μας βαραίνει σήμερα είναι πραγματικά δικό μας, αν μας έμαθαν να το κουβαλάμε ή αν το κουβαλάμε επειδή εκπαιδευτήκαμε πως έτσι πρέπει να σχετιζόμαστε, να αγαπιόμαστε και να αξίζουμε.

Ποια ήταν η προσωπική ή επαγγελματική αφορμή που σας οδήγησε στη συγγραφή αυτού του βιβλίου;
Η αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου γεννήθηκε μέσα από τις ιστορίες ανθρώπων που βρέθηκαν μπροστά μου αλλά και από τη δική μου προσωπική εμπειρία. Καθημερινά συναντούσα και συναντώ ανθρώπους επιτυχημένους, ικανούς και αγαπητούς, που όμως ζούσαν με μια διαρκή εσωτερική πίεση, νιώθοντας ανεπαρκείς και εξαντλημένοι. Είχαν μάθει να φροντίζουν τους πάντες εκτός από τον εαυτό τους, να αισθάνονται υπεύθυνοι για τα συναισθήματα των άλλων και να βάζουν τις δικές τους ανάγκες πάντα σε δεύτερη μοίρα, προσπαθώντας αδιάκοπα να αποδείξουν την αξία τους.
Μέσα από αυτές τις ιστορίες συνειδητοποίησα ότι το άγχος συχνά δεν είναι το πραγματικό πρόβλημα, αλλά το σύμπτωμα ενός τρόπου ζωής που μας απομακρύνει από τις αυθεντικές μας ανάγκες.
Έτσι γεννήθηκε η επιθυμία να δημιουργήσω ένα βιβλίο που δεν θα περιορίζεται σε απλές συμβουλές, αλλά θα προσφέρει στον αναγνώστη την ευκαιρία να αναγνωρίσει τις καταστάσεις που τον εγκλωβίζουν και να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με τον εαυτό του και τις πραγματικές του ανάγκες.
Ποια είναι η πιο συνηθισμένη αιτία άγχους που συναντάτε σήμερα στους ανθρώπους που απευθύνονται σε εσάς;
Πίσω από τις διαφορετικές ιστορίες υπάρχει συνήθως ένας κοινός παρονομαστής… η ανάγκη να είμαστε αρκετοί. Αρκετά καλοί, αρκετά επιτυχημένοι, αρκετά χρήσιμοι, αρκετά αποδεκτοί.
Οι εξωτερικές συνθήκες, όπως η οικονομική ανασφάλεια, οι γρήγοροι ρυθμοί ζωής ή οι επαγγελματικές απαιτήσεις, ασφαλώς επιβαρύνουν την ψυχική μας κατάσταση. Ωστόσο, πολλές φορές το μεγαλύτερο βάρος προέρχεται από τις εσωτερικές μας πεποιθήσεις. Από την ιδέα ότι δεν επιτρέπεται να κάνουμε λάθη, ότι πρέπει να αντέχουμε τα πάντα ή ότι έχουμε ευθύνη για τη συναισθηματική ισορροπία των άλλων. Όταν η αυτοεκτίμηση συνδέεται με τη διαρκή προσπάθεια απόδειξης της αξίας μας, το άγχος γίνεται σχεδόν μόνιμος συνοδοιπόρος.
Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να βάζουμε όρια στους άλλους;
Γιατί οι περισσότεροι δεν μεγαλώσαμε μαθαίνοντας ότι τα όρια είναι υγιή. Αντίθετα, πολλοί μάθαμε ότι η καλοσύνη ταυτίζεται με τη διαθεσιμότητα και ότι η αγάπη προϋποθέτει θυσίες χωρίς όρια. Έτσι, κάθε φορά που λέμε «όχι», ενεργοποιούνται ενοχές και φόβοι απόρριψης.
Στην πραγματικότητα όμως τα όρια δεν απομακρύνουν τους ανθρώπους που μας αγαπούν πραγματικά. Αντίθετα, δημιουργούν σχέσεις πιο ειλικρινείς και πιο αυθεντικές. Τα όρια δεν είναι τοίχοι που χωρίζουν τους ανθρώπους είναι οι γραμμές που προστατεύουν την ψυχική μας ισορροπία και μας επιτρέπουν να υπάρχουμε μέσα στις σχέσεις χωρίς να χάνουμε τον εαυτό μας.
Είναι τελικά εγωιστικό να λέμε «όχι» ή μήπως έχουμε παρεξηγήσει την έννοια της φροντίδας προς τον εαυτό μας;
Ο όρος της αυτοφροντίδας είναι συχνά παρεξηγημένος, και συχνά χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους για να κρυφτούν, ακόμα και για να δικαιολογηθούν.
Κυριαρχεί η αντίληψη ότι αν φροντίσουμε τον εαυτό μας, στερούμε κάτι από τους άλλους. Όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ένας άνθρωπος που είναι διαρκώς εξαντλημένος δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστικά ούτε στην οικογένειά του ούτε στους φίλους του ούτε στη δουλειά του. Το να λέμε «όχι» όταν χρειάζεται είναι μια πράξη αυτοσεβασμού και ψυχικής ωριμότητας. Δεν σημαίνει ότι αγαπάμε λιγότερο τους άλλους. Σημαίνει ότι σταματάμε να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας για να εξασφαλίσουμε την αποδοχή τους.
Ποια είναι τα σημάδια που δείχνουν ότι κουβαλάμε περισσότερο τις ανάγκες των άλλων παρά τις δικές μας;
Υπάρχουν αρκετά μικρά σημάδια που πολλές φορές αγνοούμε. Όταν αισθανόμαστε ενοχές επειδή ξεκουραζόμαστε. Όταν δυσκολευόμαστε να ζητήσουμε βοήθεια αλλά είμαστε πάντα διαθέσιμοι για όλους. Όταν η διάθεσή μας εξαρτάται από το αν οι γύρω μας είναι ευχαριστημένοι. Όταν λέμε συνεχώς «δεν πειράζει» ενώ μέσα μας συσσωρεύεται θυμός και απογοήτευση. Και ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημάδι είναι ότι γνωρίζουμε πολύ καλά τι χρειάζονται οι άλλοι, αλλά έχουμε ξεχάσει αυτά που χρειαζόμαστε εμείς.
Πιστεύετε ότι οι γυναίκες βιώνουν εντονότερα αυτή την πίεση να είναι πάντα διαθέσιμες για όλους;
Θα έλεγα ότι αυτή η πίεση δεν αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες, αλλά συνολικά τον σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος καλείται να ανταποκριθεί σε πολλαπλούς ρόλους και διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις.
Ωστόσο, οι γυναίκες συχνά βιώνουν και εκφράζουν πιο έντονα αυτή τη συναισθηματική επιβάρυνση, τόσο λόγω των κοινωνικών προσδοκιών όσο και επειδή συνήθως είναι πιο εξοικειωμένες με την έκφραση των συναισθημάτων τους.
Πολλές φορές αισθάνονται ότι πρέπει να είναι παντού παρούσες, επαρκείς, να φροντίζουν τους άλλους και να μην αφήνουν χώρο για τις δικές τους ανάγκες. Στην πραγματικότητα όμως, η φροντίδα του εαυτού δεν είναι πολυτέλεια ούτε ένδειξη εγωισμού. Είναι μια βασική προϋπόθεση ψυχικής ισορροπίας, ώστε να μπορούμε να είμαστε ουσιαστικά παρόντες και για τους ανθρώπους που αγαπάμε.
Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η ανάγκη για αποδοχή στη δημιουργία του άγχους μας;
Η ανάγκη για αποδοχή βρίσκεται συχνά στον πυρήνα του άγχους. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ένα κοινωνικό ον, έχει έμφυτη την ανάγκη να συνδέεται με τους άλλους, να ανήκει σε μια ομάδα και να αισθάνεται ότι γίνεται αποδεκτός. Όταν όμως η προσωπική μας αξία εξαρτάται αποκλειστικά από την επιβεβαίωση των άλλων, αρχίζουμε να ζούμε με τον φόβο της απόρριψης. Προσπαθούμε να είμαστε αρεστοί σε όλους, αποφεύγουμε τις συγκρούσεις, καταπιέζουμε τις ανάγκες μας και προσαρμοζόμαστε διαρκώς στις προσδοκίες των άλλων. Το τίμημα όμως είναι μεγάλο… σταδιακά χάνουμε την επαφή με τον αυθεντικό μας εαυτό, εμφανίζουμε σωματοποίηση και συμπτώματα άγχους.
Στις προσωπικές σχέσεις, πότε η προσφορά και η φροντίδα μετατρέπονται σε βάρος για τον ίδιο μας τον εαυτό;
Η προσφορά γίνεται βάρος όταν δεν προέρχεται από ελεύθερη επιλογή αλλά από φόβο. Όταν δίνουμε επειδή φοβόμαστε ότι δεν θα αγαπηθούμε, δεν θα μας χρειάζονται ή θα απογοητεύσουμε τους άλλους. Τότε η φροντίδα παύει να είναι έκφραση αγάπης και γίνεται ένας μηχανισμός επιβίωσης. Οι υγιείς σχέσεις δεν χρειάζονται ανθρώπους που θυσιάζονται συνεχώς. Χρειάζονται ανθρώπους που μπορούν να αγαπούν χωρίς να εγκαταλείπουν τον εαυτό τους.
Τι συμβαίνει όταν αποφασίζουμε να βάλουμε όρια; Γιατί συχνά φοβόμαστε τις αντιδράσεις των άλλων;
Όταν αλλάζουμε τον τρόπο που σχετιζόμαστε, είναι φυσικό να αλλάζουν και οι ισορροπίες στις σχέσεις μας. Οι άνθρωποι γύρω μας έχουν συνηθίσει έναν συγκεκριμένο τρόπο αλληλεπίδρασης και κάθε αλλαγή σε αυτή τη δυναμική μπορεί να τους φέρει σε αμηχανία ή να θυμώσουν. Δεν πρόκειται απαραίτητα για απόρριψη ή αντίδραση απέναντί μας, αλλά για τη φυσική δυσκολία που έχει ο άνθρωπος να προσαρμοστεί σε ένα νέο μοτίβο σχέσης.
Οι αλλαγές χρειάζονται χρόνο, τόσο για εμάς όσο και για τους άλλους. Ο μεγαλύτερος φόβος, ωστόσο, συχνά δεν είναι η αντίδρασή τους, αλλά η σκέψη ότι αν πάψουμε να εξυπηρετούμε τις ανάγκες των άλλων, ίσως πάψουν να μας αγαπούν.
Στην πραγματικότητα, όμως, οι σχέσεις που μπορούν να προσαρμοστούν στα υγιή όρια και να αντέξουν τις αλλαγές είναι συνήθως και οι πιο ουσιαστικές και ανθεκτικές. Και αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς η διατήρηση μιας σχέσης που νιώθουμε ότι υπάρχουμε για να εξυπηρετούμε τις ανάγκες των άλλων, είναι ένα δυναμικό δικό μας αυτοσαμποτάζ.
Τα social media έχουν ενισχύσει το άγχος της σύγκρισης και της επιβεβαίωσης;
Αναμφίβολα… Ζούμε σε μια εποχή όπου συγκρίνουμε τη δική μας πραγματική ζωή με την επιμελημένη εικόνα της ζωής των άλλων. Βλέπουμε επιτυχίες, ταξίδια, στιγμές ευτυχίας, αλλά σπάνια βλέπουμε τις δυσκολίες, τις αμφιβολίες ή τις απογοητεύσεις που επίσης υπάρχουν. Έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι όλοι οι άλλοι τα καταφέρνουν καλύτερα από εμάς.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι ότι ξεχνάμε πως αυτό που βλέπουμε είναι μόνο ένα μικρό κομμάτι της πραγματικότητας. Παράλληλα, η συνεχής έκθεση σε εικόνες και η αναζήτηση επιβεβαίωσης μέσα από likes, σχόλια και προβολές μπορεί εύκολα να μας οδηγήσει στο να συνδέουμε την αξία μας με την εξωτερική αποδοχή. Όσο περισσότερο εξαρτάται η αυτοεκτίμησή μας από αυτή την εξωτερική αναγνώριση, τόσο πιο ευάλωτοι γινόμαστε στο άγχος, στη σύγκριση και στην αίσθηση ότι δεν είμαστε αρκετοί.
Η ουσιαστική ισορροπία προϋποθέτει να μπορούμε να αντλούμε την αίσθηση της αξίας μας από μέσα μας και όχι από την εικόνα που προβάλλουμε προς τα έξω.
Υπήρξε κάποιο κεφάλαιο του βιβλίου που σας δυσκόλεψε συναισθηματικά να γράψετε;
Υπήρξαν κεφάλαια που τα κουβαλούσα μέρες μέσα μου, που υπήρχαν στη σκέψη μου, που με δυσκόλεψαν ιδιαίτερα, κυρίως εκείνα που αναφέρονται στη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για αποδοχή και στον τρόπο που πολλές φορές εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας προκειμένου να μη χάσουμε την αγάπη ή την αναγνώριση των άλλων. Είναι ένα θέμα που συναντώ πολύ συχνά στη θεραπευτική διαδικασία, αλλά ταυτόχρονα αγγίζει και κάτι πολύ οικείο σε όλους μας.
Νομίζω ότι όλοι, σε κάποια στιγμή της ζωής μας, έχουμε προσπαθήσει να χωρέσουμε στις προσδοκίες των άλλων, να γίνουμε αρεστοί ή χρήσιμοι, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι παραμερίζαμε τις δικές μας ανάγκες, τα δικά μας θέλω.
Η ευαλωτότητά μας, η ανάγκη μας να αγαπηθούμε, ο φόβος της μοναξιάς είναι βαθιά ριζωμένοι φόβοι και ανάγκες μας, που μας αγγίζουν όλους.. και ίσως σε αυτούς τους φόβους να βρίσκονται και οι πιο ουσιαστικές αλήθειες αυτού του βιβλίου… η πραγματική αγάπη δεν προϋποθέτει να μικραίνουμε τον εαυτό μας για να χωρέσουμε μέσα της, ούτε και στα θέλω των άλλων.. η πραγματική αγάπη είναι μία σιωπηλή ήρεμη συνθήκη αλληλοσεβασμού και ουσιαστικής επικοινωνίας .
Υπάρχει κάποιο μάθημα που χρειάστηκε πρώτα να εφαρμόσετε στη δική σας ζωή πριν το μοιραστείτε με τους αναγνώστες;
Θα έλεγα ότι το σημαντικότερο μάθημα ήταν να μάθω να ακούω τον εαυτό μου με την ίδια προσοχή που ακούω τους άλλους, να ακούω το σύντροφό μου και τα παιδιά μου χωρίς να θυμώνω, ακόμα και αν δεν συμφωνώ μαζί τους και να προσπαθώ να μπω στη θέση τους.
Στην καθημερινότητα είναι εύκολο να χαθούμε μέσα στις υποχρεώσεις, στους ρόλους και στις προσδοκίες, ξεχνώντας τις δικές μας ανάγκες ή αμελώντας εμάς.
Η αλήθεια όμως είναι ότι όσο περισσότερο καλλιεργούμε αυτή την εσωτερική σύνδεση, τόσο λιγότερο εξαρτόμαστε από την επιβεβαίωση των άλλων και τόσο περισσότερο ζούμε με αυθεντικότητα και μπορούμε να είμαστε ουσιαστικά παρόντες στη ζωή μας.
Αν κάποιος διαβάσει το βιβλίο και θέλει να κάνει μια μικρή αλλαγή από αύριο το πρωί, ποια θα ήταν η πρώτη σας συμβουλή;
Θα του πρότεινα να αφιερώσει δύο λεπτά μέσα στη μέρα και να αναρωτηθεί… «Αυτό που κάνω αυτή τη στιγμή το επιλέγω πραγματικά ή το κάνω από φόβο μήπως απογοητεύσω κάποιον;».
Είναι μια απλή ερώτηση, αλλά μπορεί να αλλάξει σταδιακά ολόκληρο τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας, που σκεφτόμαστε.
Οι μεγάλες αλλαγές δεν ξεκινούν από θεαματικές αποφάσεις. Ξεκινούν από μικρές στιγμές γνώσης και επίγνωσης που επαναλαμβάνονται καθημερινά. Από ένα «όχι» που θα πούμε χωρίς να απολογηθούμε, από ένα μικρό διάλειμμα πριν αναλάβουμε άλλη μία υποχρέωση, από λίγα λεπτά ξεκούρασης χωρίς ενοχές. Εκεί αρχίζει να χτίζεται μια διαφορετική σχέση με τον εαυτό μας και εκεί, τελικά, αρχίζει να μειώνεται και το άγχος που κουβαλάμε.
Τι θα θέλατε να έχει κερδίσει ένας αναγνώστης όταν κλείσει την τελευταία σελίδα του βιβλίου;
Λίγη περισσότερη κατανόηση απέναντι στον εαυτό του, λίγη λιγότερη ενοχή για τις ανάγκες του, περισσότερος σεβασμός στη λέξη αυτοφροντίδα και κατανόηση ότι το άγχος υπάρχει στην καθημερινότητά μας και προσπαθεί να μας τραβήξει την προσοχή, κάποιες φορές ίσως για να μας αναγκάσει να μας φροντίσουμε.
Τι θα ήθελα λοιπόν . . ; Να καταλάβουμε όλοι μας ότι δεν χρειάζεται να εξαντλούμαστε για να αποδείξουμε την αξία μας ούτε να μικραίνουμε τον εαυτό μας για να χωρέσουμε στις προσδοκίες των άλλων.
Και πάνω απ’ όλα να φύγουμε με μια νέα κουλτούρα, σκέψης, ζωής. . ότι η πιο ώριμη μορφή αγάπης δεν είναι η αυτοθυσία, αλλά η δυνατότητα να αγαπάς τους άλλους χωρίς να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου. Αυτή, πιστεύω, είναι και η μεγαλύτερη μορφή εσωτερικής ελευθερίας .
Μέσα από τις απαντήσεις της, η Έλενα Σολταρίδου υπενθυμίζει ότι το άγχος δεν είναι πάντα ο εχθρός που πρέπει να εξαφανίσουμε, αλλά συχνά ένα μήνυμα που μας καλεί να στρέψουμε το βλέμμα προς τον εαυτό μας. Με λόγο ανθρώπινο, άμεσο και ταυτόχρονα επιστημονικά τεκμηριωμένο, αναδεικνύει τη σημασία της αυτοφροντίδας, των υγιών ορίων και της αυθεντικής σύνδεσης με τις πραγματικές μας ανάγκες.
Το βιβλίο «Ποιος αξίζει το άγχος μου;», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Key Books, αποτελεί μια ουσιαστική πρόσκληση αυτογνωσίας για όσους νιώθουν ότι κουβαλούν περισσότερα βάρη απ’ όσα τους αναλογούν. Μέσα από 45 σύντομα αλλά περιεκτικά κεφάλαια, προσφέρει τροφή για σκέψη και πρακτικά εφόδια για μια καθημερινότητα με λιγότερες ενοχές και περισσότερο σεβασμό προς τον εαυτό.
Ίσως τελικά το σημαντικότερο μήνυμα που αφήνει η συγγραφέας είναι ότι η αξία μας δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται μέσα από τη διαρκή προσφορά, την εξάντληση ή την αυτοθυσία. Η πραγματική ψυχική ισορροπία γεννιέται όταν μαθαίνουμε να αγαπάμε τους άλλους χωρίς να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας. Και αυτό είναι ένα μάθημα που αξίζει να κρατήσει κάθε αναγνώστης όταν κλείσει την τελευταία σελίδα του βιβλίου.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ακολουθήστε το tlife.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Top Stories 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ