Συνεχίστηκε σήμερα, Παρασκευή 16 Οκτωβρίου, στο Εφετείο Αθηνών η δίκη του Δημήτρη Λιγνάδη σε δεύτερο βαθμό, με τον κατηγορούμενο να δίνει το «παρών» στη δικαστική αίθουσα.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η σημερινή διαδικασία επικεντρώθηκε στην εξέταση ενός εκ των καταγγελλόντων από τους συνηγόρους υπεράσπισης του πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, με τις ερωτήσεις να αφορούν τόσο τη γνωριμία και τη σχέση που είχε αναπτύξει με τον κατηγορούμενο όσο και το καταγγελλόμενο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης στην Επίδαυρο.
Κατά τη διάρκεια της πολύωρης εξέτασης, οι συνήγοροι υπεράσπισης, Χρήστος Μαυρομάτης και Σταύρος Γεωργόπουλος επικεντρώθηκαν σε όσα είχε καταθέσει ο καταγγέλλων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επιχειρώντας να αναδείξουν σημεία που, κατά την υπερασπιστική τους προσέγγιση, παρουσιάζουν αντιφάσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα συναισθήματα που είχε αναπτύξει ο καταγγέλλων για τον Δημήτρη Λιγνάδη, στην επικοινωνία τους μετά το καταγγελλόμενο περιστατικό, αλλά και στο γεγονός ότι ο ίδιος είχε επιλέξει μεταγενέστερα να μείνει στο σπίτι του.
«Τότε θεωρούσα ότι ήμουν ερωτευμένος – Τώρα καταλαβαίνω ότι ήταν χειραγώγηση»
Στην αρχή της εξέτασης, ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στην επικοινωνία που διατηρούσε με τον Δημήτρη Λιγνάδη μετά την εκδρομή τους στην Επίδαυρο και μέχρι τη στιγμή που πήγε να μείνει στο σπίτι του.
Όπως υποστήριξε, η επικοινωνία τους εκείνο το διάστημα ήταν ιδιαίτερα αραιή.
Ο συνήγορος υπεράσπισης του υπενθύμισε προηγούμενη κατάθεσή του, σύμφωνα με την οποία υπήρχαν ερωτικά υπονοούμενα από τη δική του πλευρά, ενώ ο κατηγορούμενος υπήρχαν περίοδοι που δεν απαντούσε στα μηνύματά του.
Δικηγόρος: «Στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχατε καταθέσει ότι στο μεσοδιάστημα είχατε επικοινωνία και με ερωτικά υπονοούμενα από τη δική σας πλευρά, ενώ ο κατηγορούμενος υπήρχαν και περίοδοι που δεν σας απαντούσε, είχε απομακρυνθεί. Όταν δεν σας απαντούσε είπατε ότι επιμένατε περισσότερο, σχεδόν εμμονικά».
Καταγγέλλων: «Ναι, τα έχω πει αυτά. Έχω πει ότι δεν ήθελα να χάσω κάποια πράγματα, ήταν στα πλαίσια της χειραγώγησης που υπήρχε από τον κατηγορούμενο. Τότε θεωρούσα ότι είχα εμμονή μαζί του, όπως τότε πίστευα ότι ήμουν ερωτευμένος. Τώρα μπορώ να καταλάβω ότι όλο αυτό ήταν μια χειραγώγηση».
Δικηγόρος: «Αφού λέτε ότι είχε απομακρυνθεί, ότι δεν σας απαντούσε, πώς το αντιλαμβάνεστε ως χειραγώγηση αυτό;»
Καταγγέλλων: «Ήμουν 18 χρόνων. Πάνω στην επιμονή μου να συνεχίσω την επικοινωνία μας, του ζήτησα να μου κάνει μαθήματα Αρχαίων, μήπως καταφέρω να βρεθώ μαζί του. Όχι μόνο για να μου κάνει μαθήματα, αλλά και για να βρεθώ μαζί του και να έρθουμε πιο κοντά, να λύσουμε κάποια πράγματα».
Ο συνήγορος υπεράσπισης επανήλθε στο ζήτημα της χειραγώγησης, ρωτώντας τον καταγγέλλοντα ποιος τελικά επεδίωκε την επικοινωνία.
Δικηγόρος: «Ξέρετε τι σημαίνει χειραγώγηση; Αυτός που κάνει κάτι με κάποιο σκοπό. Εσείς λέτε ότι του ζητήσατε να σας κάνει μαθήματα για να έρθετε κοντά του, ενώ σας απέφευγε. Ποιος κάνει χειραγώγηση λοιπόν;»
Καταγγέλλων: «Αυτό που σας αναφέρω είναι το αποτέλεσμα της χειραγώγησης που μου είχε ασκηθεί από τον κατηγορούμενο».
Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων επιβεβαίωσε ότι ήταν δική του επιλογή να πάει να μείνει στο σπίτι του Δημήτρη Λιγνάδη και πως εκείνο το διάστημα εξακολουθούσε να είναι ερωτευμένος μαζί του.
Η γνωριμία τους και η σχέση που αναπτύχθηκε
Ο καταγγέλλων προσδιόρισε ως ημερομηνία γνωριμίας τους τη 14η Φεβρουαρίου 2015, περιγράφοντας ότι στη συνέχεια άρχισαν να συναντιούνται τακτικά.
«Βρισκόμασταν μία με δύο φορές την εβδομάδα, κυρίως με πρωτοβουλία του κατηγορούμενου. Κάποια στιγμή αρχίσαμε να βρισκόμαστε ακόμα πιο συχνά. Βρισκόμασταν στο σπίτι του και σε μπαρ το βράδυ», ανέφερε.
Κατά την εξέτασή του, επιβεβαίωσε ότι πριν από την εκδρομή στην Επίδαυρο δεν είχε αντιληφθεί κάποια βίαιη συμπεριφορά από τον κατηγορούμενο.
Δικηγόρος: «Θυμάστε εκείνο το βράδυ στο σπίτι τι έγινε;»
Καταγγέλλων: «Δεν έγινε κάτι, συζητήσαμε και μετά πήγα σπίτι. Μέχρι την εκδρομή στην Επίδαυρο δεν είχα κοιμηθεί σπίτι του και μέχρι τότε δεν είχε υπάρξει ποτέ βίαιος. Μέχρι τότε δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή μου να συμπεριφέρεται βίαια σε κάποιον».
Ο συνήγορος αναφέρθηκε και σε προηγούμενο περιστατικό κατά το οποίο ο καταγγέλλων είχε αρνηθεί να συμμετάσχει σε ερωτική πράξη και, σύμφωνα με την κατάθεσή του, η άρνησή του είχε γίνει σεβαστή.
Ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι τότε δεν του είχε ασκηθεί βία.
Παράλληλα, ανέφερε ότι περίπου δύο μήνες μετά τη γνωριμία τους άρχισε να αισθάνεται ερωτευμένος, ενώ περιέγραψε και τις σεξουαλικές επαφές που είχαν.
Σε ερώτηση για το εάν επιθυμούσε να προχωρήσει περισσότερο η μεταξύ τους ερωτική σχέση, απάντησε καταφατικά, σημειώνοντας ότι θυμάται να το είχε ζητήσει μία φορά.
Ο δικηγόρος τού υπενθύμισε προηγούμενη κατάθεση, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος φέρεται να του έλεγε «ό,τι αγαπάς δεν το γ@@@ς», με τον καταγγέλλοντα να επιμένει ότι θυμόταν να έχει εκφράσει τη συγκεκριμένη επιθυμία μία φορά.
Σε άλλο σημείο, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι όταν κυκλοφορούσαν μαζί, υπήρχαν άνθρωποι που τους θεωρούσαν ζευγάρι.
«Εγώ δεν το έκρυβα γιατί ήμουν πραγματικά ερωτευμένος. Ο κατηγορούμενος ήταν πιο μαζεμένος, δεν κρυβόταν, δεν με φιλούσε έξω αλλά με έπιανε», κατέθεσε.

Η εκδρομή στην Επίδαυρο και η περιγραφή του καταγγελλόμενου βιασμού
Μεγάλο μέρος της σημερινής διαδικασίας αφιερώθηκε στην εκδρομή στην Επίδαυρο και στο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης που έχει καταγγείλει ο εξεταζόμενος.
Αρχικά, ο συνήγορος υπεράσπισης τον ρώτησε εάν περίμενε ότι θα κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον Δημήτρη Λιγνάδη.
«Εννοείται ότι θα ήθελα να κοιμηθώ με τον κατηγορούμενο, μιας και είχα συναισθήματα για εκείνον. Δεν είναι ότι περίμενα όμως να κοιμηθούμε μαζί», απάντησε.
Στη συνέχεια, οι ερωτήσεις επικεντρώθηκαν στο βράδυ κατά το οποίο, σύμφωνα με την καταγγελία του, ξύπνησε και αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβαινε σε σεξουαλική πράξη χωρίς τη συναίνεσή του.
Δικηγόρος: «Το βράδυ της δεύτερης μέρας, πήγατε να κοιμηθείτε, κοιμηθήκατε και κάποια στιγμή λέτε ότι νιώσατε πόνο».
Καταγγέλλων: «Ναι, γιατί με έσφιξε».
Δικηγόρος: «Γιατί να σας σφίξει αφού ήσασταν κοιμισμένος;»
Καταγγέλλων: «Με σήκωσε με δύναμη, με πίεζε με τα χέρια του, ήταν πολύ πιο έντονο, πολύ πιο βίαιο».
Ακολούθησαν ερωτήσεις για τη θέση των σωμάτων, τον φωτισμό του δωματίου και το εάν ο καταγγέλλων μπορούσε να δει το πρόσωπο του κατηγορούμενου.
Ο ίδιος επέμεινε ότι, παρά το γεγονός πως ο κατηγορούμενος βρισκόταν πίσω του, είδε το πρόσωπό του και εκείνος το δικό του.
«Σοκαρίστηκα, πάγωσα – Λες και οι ερωτευμένοι δεν βιάζονται»
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η εξέταση όταν ο συνήγορος υπεράσπισης ρώτησε επανειλημμένα τον καταγγέλλοντα γιατί δεν αντέδρασε λεκτικά ή δεν φώναξε κατά τη διάρκεια του καταγγελλόμενου περιστατικού.
Δικηγόρος: «Προσπαθήσατε να πείτε όχι; Ότι δεν θέλετε, όπως είχατε κάνει στο σπίτι του;»
Καταγγέλλων: «Στο σπίτι του ήμουν ξύπνιος. Δεν είναι το ίδιο με το σοκ που ένιωσα όταν ξύπνησα και αντιλήφθηκα τι γίνεται. Σοκαρίστηκα, πάγωσα».
Δικηγόρος: «Ξυπνήσατε, γιατί δεν αντιδράσατε να πείτε “τι κάνεις;” ή “δεν θέλω”;»
Καταγγέλλων: «Το έδειξα με το πρόσωπό μου».
Δικηγόρος: «Δεν μπορούσατε να πείτε “τι κάνεις”;»
Καταγγέλλων: «Όχι, πάγωσα. Αυτός γουστάρει που δεν ήθελα. Λέτε ότι δεν αντέδρασα γιατί ήμουν ερωτευμένος, λες και οι ερωτευμένοι δεν βιάζονται. Καθένας έχει τα βιώματά του. Εγώ έχω πολύ άσχημα βιώματα από την παιδική μου ηλικία και σε αυτά τα βιώματα εγώ κλείνομαι».
Ο δικηγόρος επανήλθε στο γεγονός ότι σε προηγούμενη συνάντησή τους ο καταγγέλλων είχε αρνηθεί ερωτική πράξη.
«Ναι, αλλά εκεί δεν υπήρχε βία για να σοκαριστώ. Στην Επίδαυρο υπήρξε βία, δεν μου ζήτησε κάτι όπως την προηγούμενη φορά για να αρνηθώ», απάντησε ο καταγγέλλων.
Σε άλλο σημείο της εξέτασης, ο ίδιος υποστήριξε ότι το καταγγελλόμενο περιστατικό διήρκεσε περίπου έξι με επτά λεπτά, κατά τα οποία επιχείρησε να προβάλει αντίσταση.
Δικηγόρος: «Σε αυτά τα έξι λεπτά σας είχε ακινητοποιήσει; Εσείς τι κάνατε ακριβώς;»
Καταγγέλλων: «Ανεχόμουν την πράξη».
Ο συνήγορος τον ρώτησε επίσης εάν είχε απευθυνθεί σε γιατρό ή φαρμακείο για τυχόν σωματικές βλάβες, με τον καταγγέλλοντα να απαντά αρνητικά. Ανέφερε ακόμη ότι δεν υπάρχει αυτόπτης μάρτυρας που να επιβεβαιώνει την είσοδο του κατηγορούμενου στο δωμάτιό του.
Οι ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του μετά το περιστατικό
Η υπεράσπιση επικεντρώθηκε και στη συμπεριφορά του καταγγέλλοντος τις ώρες και τις ημέρες που ακολούθησαν.
Όταν ρωτήθηκε τι έκανε μετά την αποχώρηση του κατηγορούμενου από το δωμάτιο, απάντησε ότι πήγε στο μπάνιο και στη συνέχεια ξάπλωσε και κοιμήθηκε.
Δικηγόρος: «Έχετε βιώσει ένα τόσο βίαιο περιστατικό και σας πήρε αμέσως ο ύπνος; Κανονικά δεν θα έπρεπε να κοιμηθείτε καθόλου. Εδώ κάτι δυσάρεστο ακούμε και δεν μπορούμε να κοιμηθούμε».
Καταγγέλλων: «Ναι».
Ο συνήγορος τον ρώτησε ακόμη γιατί την επόμενη ημέρα δεν ζήτησε να επιστρέψει στο σπίτι του, ενώ αναφέρθηκε και σε μήνυμα που φέρεται να έστειλε μετά την επιστροφή από την Επίδαυρο, σχετικά με ένα σαμπουάν που είχε ξεχάσει.
«Εγώ αν είχα βιαστεί, το τελευταίο πράγμα που θα με ενδιέφερε θα ήταν το σαμπουάν», σχολίασε ο δικηγόρος.
Ακολούθησε αναφορά σε φωτογραφία που είχε δημοσιεύσει ο καταγγέλλων περίπου δέκα ημέρες μετά το καταγγελλόμενο περιστατικό.
Δικηγόρος: «Δηλαδή εσείς δέκα μέρες μετά το περιστατικό που ισχυρίζεστε ότι βιαστήκατε ανεβάζετε μια φωτογραφία και δείχνετε πόσο ωραία ήταν η θέα από το δωμάτιο που νιώσατε αυτό που ισχυρίζεστε;»
Καταγγέλλων: «Δεν ήταν η θέα από αυτό το δωμάτιο, αλλά το διπλανό».
«Δεν ήξερα πώς να του μιλήσω για αυτό που συνέβη»
Σε άλλο σημείο, ο δικηγόρος υπενθύμισε στον καταγγέλλοντα ότι είχε περιγράψει τον Δημήτρη Λιγνάδη ως έναν άνθρωπο που του δημιουργούσε συναισθήματα ασφάλειας και αυτοπεποίθησης.
Ο καταγγέλλων επιβεβαίωσε ότι είχε χρησιμοποιήσει αυτούς τους χαρακτηρισμούς, διευκρινίζοντας όμως ότι αφορούσαν την περίοδο πριν από το καταγγελλόμενο περιστατικό.
Δικηγόρος: «Του είπατε ποτέ ότι αυτό που συνέβη εκείνο το βράδυ δεν σας άρεσε;»
Καταγγέλλων: «Όχι, δεν του το είπα. Δεν ήξερα πώς να το πω, δεν ήξερα πώς να πλησιάσω κάτι τέτοιο, πώς να πλησιάσω εκείνον για κάτι τέτοιο. Δεν ήξερα πώς να διαχειριστώ κάτι τέτοιο».
Ο συνήγορος τον ρώτησε εάν είχε επιλέξει να μη μιλήσει για το περιστατικό προκειμένου να μη διαταραχθεί η μεταξύ τους σχέση, με τον καταγγέλλοντα να επαναλαμβάνει ότι δεν του είχε μιλήσει.
Παράλληλα, όταν ρωτήθηκε γιατί εξακολουθούσε να σκέφτεται το ενδεχόμενο να μείνει μαζί του, απάντησε ότι η συγκατοίκηση εξακολουθούσε να αποτελεί μια φαντασίωσή του.
«Ναι, πήγα στο σπίτι του βιαστή μου»
Μία ακόμη χαρακτηριστική στιγμή της εξέτασης σημειώθηκε όταν ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε από τον καταγγέλλοντα να εξηγήσει γιατί, παρά όσα είχε καταγγείλει, επέλεξε να μείνει στο σπίτι του Δημήτρη Λιγνάδη.
Ο ίδιος αναφέρθηκε στις δύσκολες οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο.
Καταγγέλλων: «Η ασφάλεια που ένιωθα και με έκανε να θέλω να πάω σπίτι του ήταν γιατί ήταν το μόνο μεγάλο σε ηλικία άτομο που ήξερα και θα μπορούσα να μείνω σπίτι του. Δεν είχα σπίτι, δεν είχα οικογένεια».
Δικηγόρος: «Νιώσατε ασφάλεια να πάτε στο σπίτι του βιαστή σας. Γιατί δεν το λέτε;»
Καταγγέλλων: «Ναι, στο σπίτι του βιαστή μου».
Σε ερώτηση για το ποιος θεωρεί ότι ήταν ο σκοπός της χειραγώγησης που καταγγέλλει, απάντησε:
«Τον σκοπό του τον πέτυχε στην Επίδαυρο. Και ήξερε ότι δεν θα μπορώ να αντιδράσω. Θεωρώ ότι έχει πετύχει να το κάνει αυτό σε πολλά άτομα».
«Η διαφορά είναι η συναίνεση»
Από τις πλέον χαρακτηριστικές στιγμές της σημερινής διαδικασίας ήταν ο διάλογος που ακολούθησε όταν ο δικηγόρος υπεράσπισης έθεσε στον καταγγέλλοντα ένα υποθετικό σενάριο σχετικά με το περιστατικό στην Επίδαυρο.
Δικηγόρος: «Αν ο Λιγνάδης είχε μπει στο δωμάτιο και σας έλεγε “έλα εδώ μωρό μου” και άρχιζε να σας φιλάει και να σας χαϊδεύει, θα το δεχόσασταν;»
Καταγγέλλων: «Ναι».
Δικηγόρος: «Άρα η διαφορά είναι ότι σας ανασήκωσε».
Καταγγέλλων: «Η διαφορά είναι η συναίνεση».
Ο συνήγορος συνέχισε τις ερωτήσεις, αναφερόμενος στο είδος της σεξουαλικής πράξης.
Δικηγόρος: «Αν μετά την πρωκτολειχία ο Λιγνάδης σας έκανε διείσδυση, θα ήσασταν χαρούμενος;»
Καταγγέλλων: «Όχι, δεν είναι θέμα διείσδυσης, είναι θέμα συναίνεσης ή μη».
Στη συνέχεια, όταν ρωτήθηκε εάν θεωρεί τον κατηγορούμενο άρρωστο, ο καταγγέλλων απάντησε: «Ναι, τον θεωρώ αρρωστημένο».
Κατ’ αντιπαράσταση εξέταση δύο μαρτύρων
Προς το τέλος της σημερινής διαδικασίας, η εξέταση επικεντρώθηκε και σε ένα διαφορετικό περιστατικό, το οποίο φέρεται να είχε σημειωθεί στο σπίτι του Δημήτρη Λιγνάδη, παρουσία του εξεταζόμενου καταγγέλλοντος, ενός ακόμη καταγγέλλοντος που είχε καταθέσει σε προηγούμενη δικάσιμο και τρίτου προσώπου.
Κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων, ο συνήγορος υπεράσπισης επισήμανε διαφοροποιήσεις σχετικά με τις ώρες που είχαν αναφέρει στις καταθέσεις τους ο σημερινός καταγγέλλων και ο μάρτυρας που είχε εξεταστεί σε προηγούμενη συνεδρίαση.
Για τον λόγο αυτό ζητήθηκε η κατ’ αντιπαράσταση εξέτασή τους από την πρόεδρο της έδρας, διαδικασία η οποία πραγματοποιήθηκε μέσα στη δικαστική αίθουσα.
Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης, η πρόεδρος απευθύνθηκε στον Δημήτρη Λιγνάδη, ρωτώντας τον εάν επιθυμεί να τοποθετηθεί ή να σχολιάσει όσα είχαν ακουστεί.
Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν έχει τίποτα να σχολιάσει.
Φωτογραφίες: NDP
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
