Η Νάνσυ Νικολαϊδου μίλησε στον Γιώργο Σκρομπόλα και στο Zappit σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη για την πορεία της στη δημοσιογραφία, τις δύσκολες στιγμές και τις συνεργασίες της.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η γνωστή δημοσιογράφος καθημερινά βρίσκεται στην ομάδα της Φαίης Σκορδά στο Buongiorno: «Ξέρει πάρα πολύ καλά τι συμβαίνει και ποια είναι η πορεία της, που αυτό είναι δείγμα υγείας. Το να μην αλλοτριώνεται κανένας. Όταν είναι μπροστά στα φώτα 20 και πλέον χρόνια είναι δείγμα υγείας. Δεν ξέρω πολλούς υγιείς στην τηλεόραση. Είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι. Σίγουρα μέσα σε αυτούς είναι η Σκορδά».
Έχεις κάνει κακή τηλεοπτική συνεργασία σε κομμάτι συμπεριφοράς τα χρόνια που έχουν προηγηθεί;
Που να έχω υποφέρει όχι. Αλλά που να έχω βάλει πάρα πολύ νερό στο κρασί μου γιατί έπρεπε να δουλέψω, ναι. Εγώ βιοπορίζομαι απ’ αυτή τη δουλειά. Δυστυχώς δεν έχω πολλά περιθώρια επιλογής. Προφανώς, όταν σου προτείνουν διάφορα διαλέγεις το καλύτερο. Υπάρχουν και οι σεζόν που μπορεί να σου προταθούν και πολλά πράγματα έως και τίποτα και να πρέπει να επιλέξεις κάποια πράγματα, για να ζήσεις. Να ζήσεις την οικογένειά σου, τα παιδιά σου», είπε για τις συνεργασίες της η Νάνσυ Νικολαϊδου.
Για τις δύσκολες στιγμές που βίωσε με την οικογένειά της όταν κάηκε το σπίτι τους: Είναι ασύλληπτα σκληρό. Nιώθεις σαν να ξαναγεννιέσαι. Δηλαδή την επόμενη μέρα ξυπνάς και δεν έχεις τίποτα. Όταν λέμε τίποτα; Τίποτα.
Εμείς ήμασταν σ’ αυτή την κατηγορία του τίποτα. Αν κάνω ένα flash back, πιο πολύ με πόνεσαν οι συμπεριφορές ανθρώπων στο κομμάτι της μετά καταστροφής, παρά η ίδια αυτή καταστροφή. Του να σταθείς στον άλλον δίπλα. Του να απλώσεις ένα χέρι όταν ο άλλος ξέρεις ότι έχει χαθεί από προσώπου γης, ότι έχει πέσει κάτω.
Νομίζω ότι αυτό ήταν το πράγμα τελικά που μπορεί να με πλήγωσε και περισσότερο. Γιατί είχε ένα συναισθηματικό ξεκαθάρισμα πάρα πολύ σκληρό. Και συνειδητοποιείς μετά ότι καλά τα γέλια και τα socializing και ξέρεις όλα αυτά όταν είναι όλα καλά, όταν είναι όλα χάλια τι γίνεται. Όμως την ίδια στιγμή υπήρξαν και άνθρωποι που βρέθηκαν στο πλευρό μου, χωρίς να το περιμένω από εκείνους. Που με τους οποίους ας πούμε μπορεί να είχα μια απλά τυπική σχέση ή μια απλά καλή σχέση.
Χωρίς να τους θεωρώ δικούς μου ανθρώπους. Και οι δικοί μου άνθρωποι, oi άνθρωποι που ήταν πιο κοντά μου, και σε επίπεδο προσωπικό και σε επίπεδο επαγγελματικό, δεν ήταν. Από την άλλη κρατάω το θετικό ότι τουλάχιστον κατάλαβα ποιοι είναι. Τουλάχιστον λες, εντάξει ρε παιδιά, ποιοι είμαστε τελικά; Αυτοί. Πέντε; Πέντε. Δυόμιση; Δυόμιση. Ποιοι ήταν όλοι οι άλλοι; Τίποτα, κάτι περαστικοί. Κάτι τενεκέδες.
Εκείνη την ημέρα ήμουν σε ένα επαγγελματικό ραντεβού και με πήρε ο Δημήτρης και μου λέει “έχω πάρει τα παιδιά φεύγουμε γιατί ήρθε η φωτιά”. Εγώ εντάξει μωρέ δεν πήγε και το μυαλό μου ότι θα γίνει και αυτό το κακό. Του λέω καλά “άντε πάρ’ τους, φύγε, φύγε”, πήραμε ένα αυτοκίνητο, τα δύο τσοπανόσκυλα που είχαμε, τα δύο τα παιδιά μου, ένα σάκο βογιάζ γιατί θα πηγαίναμε διακοπές νομίζαμε και ήταν απλά στην πόρτα και φύγαμe.
«Και μετά συνειδητοποιείς ότι μια ολόκληρη ζωή χωράει σε ένα αυτοκίνητο»
Δυο παιδιά, δυο σκυλιά, δυο μαξιλάρια και ένα σακ βουαγιάζ. Αυτά είχαμε.
Θρήνος, θρήνος. Θρήνος απίστευτος, τον οποίο εντάξει δεν μπορείς να τον διαχειριστείς… είχες και τα παιδιά σου, ναι, και τους γονείς μου, γιατί εμένα έμεναν στο δρόμο και οι γονείς μου. Οι γονείς μου έμεναν κάτω, εμείς μέναμε πάνω. Οπότε ήμασταν έξι άνθρωποι στο δρόμο. Αλλά μεγάλος θρήνος και μεγάλος πόνος και ένα “γιατί”, ξέρεις. Και το “γιατί” σε μένα εννοείται. Εντάξει, όχι ότι θα πρέπει να συμβεί σε κανέναν άλλον άνθρωπο, αλλά εκείνη την ώρα άνθρωπος είσαι, λυγίζεις και λες “ρε παιδιά, τι είναι αυτό;”. Δηλαδή δεν το πιστεύεις. Δεν το πιστεύεις. Και δεν μπορεί και δεν φεύγουνε και ποτέ κι αυτές οι εικόνες. Μαθαίνεις να ζεις μ’ αυτές.
Έχεις χάσει τις αναμνήσεις σου, έχεις χάσει… όλα όσα έχεις ζήσει εκεί μέσα. Εγώ δεν έχω καμία φωτογραφία των παιδιών μου μωρά. Δεν έχω… έχω μόνο ό,τι ήτανε στο κινητό μου σωσμένο. Εγώ μικρή ας πούμε δεν έχω καμία φωτογραφία μου πια. Που δεν ήταν τίποτα σωσμένες. Ή των γονιών μου.
Και φυσικά το γεγονός ότι ήταν η μοναδική στιγμή στη ζωή μου που έμεινα χωρίς δουλειά. Δηλαδή πάνω στη στιγμή που ήθελες να υπάρχει δουλειά για να σε στηρίξει η δουλειά σου στο χειρότερο σημείο της ζωής σου, εσύ δεν είχες δουλειά. Με ένα, δηλαδή συνωμότησε το σύμπαν, με ένα πολύ περίεργο τρόπο εκείνο το καλοκαίρι του ’21 και παύλα χειμώνα ’22, δηλαδή εκείνη τη σεζόν. Παρακάλεσα πάρα πολύ. Έχω κλάψει στα τηλέφωνα, έχω ζητήσει δουλειά, έχω πέσει στα πατώματα.
Ξεκινήσαμε να στήνουμε μια ζωή από την αρχή. Από το μηδέν. Δεν ξέρεις πώς είναι να είσαι μέσα στο αυτοκίνητο και να μην έχεις πού να στρίψεις να πας, όταν γυρνάς από τη δουλειά, γιατί δεν είναι πουθενά το σπίτι σου. Γιατί μέχρι να βρούμε πού θα ήτανε το σπίτι μας, δεν ήταν πουθενά το σπίτι μας. Αυτό το συναίσθημα λοιπόν, του να περιμένεις στο φανάρι και να μην υπάρχει σπίτι να σε περιμένει, δεν μπορώ να στο περιγράψω.
«Η Ελένη Μενεγάκη μου άπλωσε το χέρι και με έβγαλε στην επιφάνεια μέσα από ένα πολύ βαθύ σκοτάδι»
Ήρθε και μου χάρισε απλόχερα το φως της. Εγώ με την Ελένη έτσι κι αλλιώς είχα μια παράλληλη πορεία όλα αυτά τα χρόνια. Είχαμε πάντα σχέσεις και επαφές, ανά περιόδους πιο στενές, μετά λίγο χανόμασταν.
Όμως είχαμε μια παράλληλη πορεία. Από την εποχή της απογευματινής που η Ελένη ήτανε μικρό κορίτσι και έπαιζε στο “Πάτερ Ημών” και μετά ήταν στον “Πρωινό Καφέ”. Από τόσο παλιά ξεκινάει η σχέση μας. Ήρθε λοιπόν η Ελένη, σε αυτή την καίρια στιγμή της ζωής μου, οπότε ναι, είναι ο άνθρωπος που θα ευγνωμονώ για πάντα. Ο άνθρωπος που σε τραβάει απ’ το σκοτάδι, είναι ο άνθρωπος που ευγνωμονείς για πάντα. Είναι πολύ απλά τα πράγματα.
Το μόνο που σκέφτομαι πια είναι να είμαι γερή, και εγώ και η οικογένειά μου, να βλέπω τα παιδιά μου να μεγαλώνουνε και να ανθίζουνε και να προχωράνε. Αυτό είναι το όνειρό μου. Να ‘μαι γερή, να βλέπω τα παιδιά μου να ανθίζουνε. Ποια θα ‘ναι τα επόμενα βήματά τους, τι θα έχουν διαλέξει να κάνουν στη ζωή τους, αν θα ‘ναι ευτυχισμένα… Αυτά. Τίποτα άλλο. Δεν έχω κάτι άλλο…
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

