Υπάρχουν άνθρωποι που αφηγούνται τη ζωή τους μέσα από ημερομηνίες και σταθμούς. Ο Βασίλης Ζούλιας θα μπορούσε να την αφηγηθεί μέσα από εικόνες.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Ένα ατελιέ που κάποτε υπήρξε σπίτι της Μελίνας Μερκούρη. Μια Αλίκη Βουγιουκλάκη με σομόν robe de chambre να καθαρίζει πατάτες στην κουζίνα της για να ταΐσει έναν 23χρονο τότε ενδυματολόγο. Ένα σακάκι που, δεκαετίες αργότερα, θα φορούσε η Lily Collins στο «Emily in Paris» και θα ταξίδευε το όνομά του σε 156 χώρες.
Και πίσω από όλα αυτά, μια πολύ πιο δύσκολη προσωπική διαδρομή, για την οποία ο ίδιος έχει επιλέξει εδώ και χρόνια να μιλά χωρίς φόβο.

Ο καταξιωμένος σχεδιαστής μόδας υποδέχθηκε το TLIFE και τον Χρήστο Κούτρα στο ατελιέ του και μίλησε για μια ζωή που πράγματι μοιάζει κινηματογραφική. Από τις γυναίκες-σύμβολα που συνάντησε και έντυσε μέχρι τη διεθνή επιτυχία, αλλά και από τα σκοτεινά χρόνια του εθισμού μέχρι τη μακρά διαδρομή της ανάρρωσης.
Ο Βασίλης Ζούλιας δεν ωραιοποιεί το παρελθόν του. Το κοιτάζει κατάματα. Και ίσως γι’ αυτό σήμερα επιλέγει να χρησιμοποιεί τη δημόσια φωνή του για ανθρώπους που βρίσκονται εκεί όπου κάποτε βρέθηκε και ο ίδιος.
Το ατελιέ όπου κάποτε έζησε η Μελίνα Μερκούρη
Η συνάντησή μας πραγματοποιήθηκε σε έναν χώρο που κουβαλά τη δική του ιστορία. Όπως αποκάλυψε ο σχεδιαστής, στο διαμέρισμα όπου σήμερα στεγάζεται το ατελιέ του είχε ζήσει η Μελίνα Μερκούρη.
«Το διαμέρισμα έχει και ιστορική σημασία γιατί εδώ έζησε η Μελίνα Μερκούρη προπολεμικά, όταν παντρεύτηκε τον πρώτο της έρωτα, τον Χαροκόπο».
Ο ίδιος δεν συνεργάστηκε ποτέ μαζί της, τη συνάντησε όμως κάποτε στο Κολωνάκι, όταν ήταν ακόμη πολύ νέος.
«Τη θαύμαζα. Μία φορά, μία μέρα στην Αναγνωστοπούλου ήμουν μικρό παιδάκι, που τη συνάντησα και έτσι εντελώς κομπλαρισμένος της λέω “Είμαι περήφανος που είστε Ελληνίδα”».
Η απάντηση της Μελίνας; «Μπράβο, αγόρι μου».
Για τον Βασίλη Ζούλια παραμένει μέχρι σήμερα μια γυναίκα-σύμβολο: «Ποιος δε θα ήθελε να συνεργαστεί μαζί της; Εντάξει, είναι πρότυπο. Πρότυπο γυναίκας και πρότυπο στυλ. Ακόμη θαυμάζουμε το στυλ της Μελίνας».
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη και οι πατάτες με αυγά στην κουζίνα της
Από τις πιο τρυφερές ιστορίες της συνέντευξης είναι εκείνη που αφορά την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ο Βασίλης Ζούλιας ήταν νεαρός όταν συνεργάστηκε μαζί της για τη θεατρική παράσταση «Λίγο πιο νωρίς, λίγο πιο αργά».
Η πρώτη τους επαγγελματική συνάντηση έγινε στο σπίτι της.
«Με πήρε η Νότα, η βοηθός, και μου λέει “Κύριε Βουγιουκλάκη, ξυπνάει μετά τις δώδεκα, οπότε ελάτε κατά τη μία”. Πάω στη μία σε αυτό το ιστορικό διαμέρισμα στη Σκουφά, εντελώς ψαρωμένος. Ήμουν 22-23 χρονών».
Η εικόνα που αντίκρισε παραμένει χαραγμένη στη μνήμη του.
«Πάω στο δωμάτιο. Ήταν όλα σομόν. Σομόν τα σεντόνια, σομόν οι κουρτίνες, σομόν η robe de chambre της Αλίκης, σομόν το πασούμι και η Αλίκη στο κρεβάτι και μου κάνει “Έλα, Βασίλη, έλα κάτσε εδώ, Βασίλη”».
Όταν η συζήτησή τους ολοκληρώθηκε, η Αλίκη Βουγιουκλάκη παρατήρησε πόσο αδύνατος ήταν.
«Φεύγοντας με κοιτάζει πάνω κάτω και λέει “Κι αδύνατο, δεν τρως, ε; Πεινάς; Πεινάς;”. Τότε ήμουν πενήντα κιλά πιο κάτω, νομίζω. Και εγώ εντελώς κόμπλερα. Τι να της πω τώρα; Ότι πείναγα, δεν πείναγα; Ήτανε τρεις η ώρα. Με τραβάει από το χέρι και μου λέει “Να σου φτιάξω πατάτες με αυγά. Θες πατάτες με αυγά;”. Και μπήκαμε στην κουζίνα, με κάθισε με το ζόρι κάτω και κάθισε να καθαρίζει πατάτες και μου έκανε πατάτες με αυγά».
Για εκείνον αυτή η κίνηση περιέγραφε κάτι ουσιαστικό από τον χαρακτήρα της. «Έπρεπε οπωσδήποτε να με ταΐσει. Καρκίνος η Αλίκη. Να φροντίσει».
Ο Βασίλης Ζούλιας θυμάται, όμως, και την απόλυτη επαγγελματία. Σε διαφημιστικό γύρισμα με θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν, όλοι πάγωναν, εκτός –τουλάχιστον φαινομενικά– από εκείνη.
«Η Αλίκη γυμνή με μια παγιέτα, δεν καταλάβαινε τίποτα. Πολύ επαγγελματίας. Πολύ».
«Όταν με είχαν πιάσει, έστειλε δικηγόρο»
Η σχέση τους ξεπέρασε τα όρια μιας απλής επαγγελματικής συνεργασίας. Σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής του, η Αλίκη Βουγιουκλάκη στάθηκε δίπλα του έμπρακτα.
«Όταν είχα μια περιπέτεια με την αστυνομία και με είχαν πιάσει, έστειλε δικηγόρο. Προθυμοποιήθηκε να έρθει η ίδια στα δικαστήρια, αλλά δεν θέλαμε δημοσιότητα τότε. Μιλάμε για το ’89, ’90. Και μου έστειλε δικηγόρο, τον οποίο πλήρωσε και με βοήθησε πάρα πολύ».
Ακόμη πιο συγκινητική είναι η αφήγησή του για την τελευταία φορά που την είδε, σε πάρτι της Αγάπης Βαρδινογιάννη. Εκείνος είχε ήδη σταματήσει τα ναρκωτικά. Εκείνη γνώριζε τη μάχη που είχε δώσει.
«Ήξερε τα προβλήματα που είχα τότε και ήμουν ήδη καθαρός και της μίλησα και μου λέει “Βασίλη μου, σε βλέπω, είσαι καλά και χαίρομαι. Εγώ πάλι δεν είμαι”. Ήτανε τότε που είχε ήδη διαγνωστεί και μετά σε λίγους μήνες πέθανε. Αυτή είναι η τελευταία φορά που την είδα».
Μια φράση που, όπως παραδέχεται, απέκτησε διαφορετικό βάρος στη μνήμη του: «Ο τρόπος που είπε αυτό το “Εγώ πάλι δεν είμαι”. Ήταν, είχε ένα βάθος, έτσι σαν να ήξερε ότι ήταν άσχημα τα πράγματα».
Η Lily Collins και η νύχτα που άλλαξε την καριέρα του
Δεκαετίες μετά τις πρώτες του φωτογραφίσεις και τις συνεργασίες του στην Ελλάδα, θα ερχόταν μια στιγμή που θα άλλαζε τη διεθνή πορεία του brand του σχεδόν μέσα σε ένα βράδυ: το «Emily in Paris».
«Μέσα σε μία νύχτα μπορούμε να πούμε ότι γίναμε παγκοσμίως γνωστοί. Ας πούμε, το brand έγινε παγκοσμίως γνωστό. Γιατί το επόμενο πρωί, όταν ήρθα στη δουλειά, μου είπαν ότι 156 χώρες είχαν μπει ήδη στο e-shop από το βράδυ, το προηγούμενο βράδυ που προβλήθηκε η σειρά».
Η συγκυρία είχε ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς η επιτυχία ήρθε σε μια δύσκολη οικονομικά περίοδο.
«Ήταν μια δύσκολη εποχή τότε. Ήταν η κρίση, ήταν ο COVID, ήταν όλα μαζί. Έφερε πολλά χρήματα στο ταμείο εκείνη τη δύσκολη περίοδο και εξακολουθεί μέχρι σήμερα το Emily in Paris ακόμη να μας τροφοδοτεί».
Πίσω από αυτή τη συνεργασία υπήρξε ο Περικλής Κονδυλάτος, μέσα από την επαφή του με τη θρυλική Patricia Field. Το lookbook του Έλληνα σχεδιαστή έφτασε στα χέρια της και η διαδικασία επιλογής ξεκίνησε.
Ο τελικός λόγος, ωστόσο, ανήκε στην πρωταγωνίστρια.
«Μου έλεγε η Πατρίτσια “εμένα μου αρέσουν, αλλά πρέπει ο Darren Star, ο παραγωγός, να πει ναι”. Μετά μου είπε, του άρεσαν του Darren, αλλά τώρα πρέπει η Lily Collins να πει το τελικό ναι. Δηλαδή η Lily Collins αποφάσισε, είχε τον τελευταίο λόγο από αυτά όλα που της διάλεγαν. Και ήμουν τυχερός γιατί μου έγραψε ένα mail: “Lily loved them”. Οπότε από τα έξι φόρεσε τα πέντε. Δηλαδή δεν μπορούσα να… τρελαθήκαμε από τη χαρά μας».
Ανάμεσα στις δημιουργίες ήταν και το σακάκι που εξελίχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα best sellers του brand.
«Ήταν μια σκοτεινή περίοδος δική μου»
Πίσω, ωστόσο, από τη διεθνή αναγνώριση και την κομψότητα που χαρακτηρίζει τη δουλειά του, υπάρχει ένα κεφάλαιο για το οποίο ο Βασίλης Ζούλιας έχει αποφασίσει να μιλά δημόσια: ο εθισμός.
«Ήταν μια σκοτεινή περίοδος δική μου. Έχω μιλήσει γι’ αυτό. Ο μόνος λόγος που εξακολουθώ να το κάνω είναι γιατί όταν το κάνω λαμβάνω μηνύματα στο Instagram και στα social media ότι “πού πηγαίνετε, πώς το έχετε κάνει, πώς το έχεις κάνει;”».
Η μεγαλύτερη ανταμοιβή, όπως λέει, δεν έρχεται πλέον από κάποια επαγγελματική επιτυχία.
«Πολύς κόσμος. Και αυτό μου δίνει μία χαρά πάνω από οποιαδήποτε χαρά μπορώ να πάρω σε επαγγελματικό επίπεδο».
Ο ίδιος πιστεύει πως όσοι έχουν δημόσιο λόγο και έχουν βιώσει μια αντίστοιχη εμπειρία μπορούν να βοηθήσουν ανοίγοντας τη συζήτηση.
«Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που έχουν δημόσιο λόγο οφείλουμε και έχουμε περάσει κάτι ανάλογο, οφείλουμε να μιλήσουμε στην κοινωνία για το πώς το έχουμε καταφέρει».
«Η εξωτερική εικόνα ήταν μια χαρά»
Μιλώντας για τη δική του εμπειρία, περιγράφει ίσως την πιο παραπλανητική πλευρά του εθισμού: ότι η εξωτερική εικόνα ενός ανθρώπου μπορεί να μη μαρτυρά τίποτα από όσα βιώνει.
«Εγώ εκείνη την εποχή που ήμουν χρήστης ντυνόμουν ακριβώς έτσι όπως με βλέπεις τώρα. Δηλαδή η εξωτερική εικόνα ήταν μια χαρά και η δουλειά που παρέδιδα στους εκδότες μου ήταν πολύ καλή».
Συνέχιζε να εργάζεται, να δημιουργεί και να είναι περιζήτητος στον χώρο της μόδας, την ώρα που η προσωπική του πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική.
«Ήμουν μια μηχανή που παρήγα έργο. Και πολύ έργο. Αυτό που λέει ότι πίναμε για να ζούμε και ζούσαμε για να δουλεύουμε και δουλεύαμε για να πίνουμε ισχύει. Έπρεπε να δουλεύω πολύ για να βγάζω χρήματα, να εξυπηρετώ αυτή την ασθένεια που είχα, την ασθένεια του εθισμού».
Ο Γιώργος Μαζωνάκης που μίλησε μέσα από τα τραγούδια του
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Βασίλης Ζούλιας και στον Γιώργο Μαζωνάκη, με αφορμή τις αναρτήσεις που είχε κάνει για εκείνον, ξεκαθαρίζοντας πως όσα λέει πηγάζουν αποκλειστικά από τη δική του εμπειρία με τον εθισμό.
«Το πρώτο post που έκανα για τον Γιώργο και πάλι ήταν σε σχέση με την οικογένειά του. Και πάλι γυρνώντας το σε μένα γιατί ξέρω πόσο πολύ πονούσε η δική μου οικογένεια και πόσο ανίσχυρη ήταν γιατί δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Ο εθισμός είναι μία ασθένεια της σύγχρονης εποχής και τα χαρακτηριστικά είναι η απόλυτη μαυρίλα, η απόλυτη δυστυχία, ο απόλυτος φόβος για το σήμερα και το αύριο», ανέφερε, περιγράφοντας στη συνέχεια τη μοναξιά που βίωσε ο ίδιος στα πιο σκοτεινά χρόνια της ζωής του.
«Η μοναξιά είναι αφόρητη. Μπορεί να είσαι με χίλιους ανθρώπους. Ήμουν με χίλιους ανθρώπους γύρω μου. Στη μόδα δούλευα. Στο εξωτερικό πήγαινα στα fashion shows. Ήμουν περιζήτητος στυλίστας», εξομολογήθηκε και πρόσθεσε αναφερόμενος στον τραγουδιστή: «Γι’ αυτό λέω για τον Γιώργο. Ο Γιώργος Μαζωνάκης τα είπε όλα μέσα στα τραγούδια του γιατί μίλησε για αυτά που του συμβαίνουν μέσα στη ζωή του. Αλλά η μοναξιά που ένιωθα εγώ ήταν αφόρητη. Και που νιώθει κάθε εθισμένη προσωπικότητα. Δεν μπορεί να γεμίσει αυτό το κενό κανένας».
«Ήταν η μοναδική στιγμή που πραγματικά ήθελα να τελειώνει αυτό το πράγμα»
Σε ένα από τα πιο προσωπικά σημεία της συνέντευξης, ο Βασίλης Ζούλιας επέστρεψε στην πτώση του στο κενό, μια στιγμή που εξακολουθεί να κοιτάζει από απόσταση χρόνων προσπαθώντας να αναγνωρίσει τον νεότερο εαυτό του.
Έχει ακόμη τα αποκόμματα των εφημερίδων από εκείνη την εποχή.
«Σκέφτομαι ότι ποιο ήταν αυτό το παιδί. Ποιο ήταν αυτό το τόσο δυστυχισμένο παιδί».
Και στη συνέχεια μίλησε για τη στιγμή εκείνη με λόγια σκληρά αλλά απόλυτα δικά του:
«Ήταν η μοναδική στιγμή που πραγματικά ήθελα να τελειώνει αυτό το πράγμα. Δεν άντεχα άλλο αυτόν τον πόνο τον αφόρητο. Δεν άντεχα ούτε να πίνω, ούτε να μην πίνω».
Μετά την πτώση, όπως περιέγραψε, χρειάστηκαν ακόμη τέσσερα δύσκολα χρόνια μέχρι να ζητήσει ουσιαστικά βοήθεια.
«Πέρασαν ακόμη τέσσερα χρόνια μαρτυρικά και για τη μητέρα μου και για μένα, μέχρι που αποφάσισα να παραδοθώ σε ένα πρόγραμμα απεξάρτησης και να με βοηθήσουν άνθρωποι οι οποίοι είχαν περάσει το ίδιο».
Για τον ίδιο, η ανάρρωση δεν αποτελεί ένα γεγονός με αρχή και τέλος: «Η διαδικασία της ανάρρωσης είναι μια μακριά διαδικασία που δεν τελειώνει ποτέ».
Η μητέρα του και ο μικρός «Βασιλάκης»
Στη συζήτηση αναφέρθηκε και στα παιδικά του χρόνια, αλλά χωρίς να επιχειρεί να αποδώσει όσα ακολούθησαν σε μία και μοναδική αιτία.
«Δεν ήμουνα το πρώτο παιδί που οι γονείς του χώρισαν και είχανε κάποια θέματα. Ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο. Δεν είχα και την τόσο πιο δραματική ζωή. Οπότε γεννήθηκα με μια προδιάθεση να πάω προς τα εκεί. Βοήθησαν τα γεγονότα, ναι».
Η μητέρα του υπήρξε και παραμένει μία από τις σημαντικότερες παρουσίες στη ζωή του.
«Η μητέρα μου ήταν εκεί. Καλύτερη μητέρα του κόσμου, αλλά έπρεπε, είχε αναγκαστεί να δουλεύει για να μπορέσει να με μεγαλώσει, οπότε ο Βασιλάκης κάπως έμεινε μόνος του».
Ακόμη και σήμερα, όπως λέει, «η μητέρα μου ακόμη και σήμερα θα πει το σωστό πράγμα για οτιδήποτε. Είτε αυτό αφορά τη δουλειά μου είτε τα προσωπικά μου».
Τα μηνύματα ανθρώπων που κατάφεραν να απεξαρτηθούν
Σήμερα ο Βασίλης Ζούλιας μιλά για την εμπειρία του και για έναν ακόμη λόγο: επειδή γνωρίζει ότι στην άλλη πλευρά μιας οθόνης μπορεί να υπάρχει κάποιος που χρειάζεται να ακούσει ότι υπάρχει δρόμος προς τη βοήθεια.
«Έχει τύχει πολλές φορές, μου έχουν στείλει μήνυμα, έχω πάει σπίτι, τους έχω πάρει. Ξέρεις τι ωραία είναι μετά από έξι μήνες ή έναν χρόνο να μου στέλνουν μήνυμα και να λένε “σας είδα στη συνέντευξη, τελικά πήγα και είμαι έναν χρόνο καθαρός”. Φανταστικό. Πετάω από τη χαρά μου. Πραγματικά, πετάω από τη χαρά μου».
«Δεν έχουμε να ζηλέψουμε κάτι από το εξωτερικό»
Και ύστερα η κουβέντα επιστρέφει στη μόδα. Στον άλλο μεγάλο άξονα της ζωής του.
«Για δύο πράγματα μπορώ να μιλήσω. Για τη μόδα και για τον εθισμό», λέει χαρακτηριστικά.
Για την ελληνική μόδα εμφανίζεται αισιόδοξος: «Δεν έχουμε να ζηλέψουμε κάτι νομίζω από το εξωτερικό».
Θεωρεί, ωστόσο, ότι απαιτείται μεγαλύτερη κρατική υποστήριξη. «Θα μπορούσε να αναλάβει τα έξοδα ενός fashion week. Δεν είναι τίποτα για το κράτος, αλλά για εμάς είναι ένα έξοδο σημαντικό δύο φορές το χρόνο».
Γιατί λέει «όχι» σε fashion show στην Ακρόπολη
Ξεκάθαρη είναι και η θέση του για την αξιοποίηση της Ακρόπολης από διεθνείς οίκους μόδας.
«Εγώ ήμουν αυτός που είπε να μην ανέβει ποτέ κανείς στην Ακρόπολη. Δηλαδή στην Ακρόπολη, αν είναι να πάνε κάποιοι, για μία φορά, ας πάει ο Σύλλογος Ελλήνων Σχεδιαστών. Σε ένα event θα καλέσουν κόσμο από όλο τον κόσμο. Γιατί η υπεραξία της Ακρόπολης δεν μπορεί να προσμετρηθεί με καμία αξία κανενός οίκου στον κόσμο».
Όταν τον ρωτήσαμε αν μια επίδειξη μεγάλου διεθνούς οίκου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως τεράστια διαφήμιση για την Ελλάδα, ήταν κατηγορηματικός: «Όχι, δεν θέλουμε τέτοια διαφήμιση στην Ακρόπολη. Όχι».
Η συμβουλή του στις Ελληνίδες: «Να μην θέλουν να γίνουν όλες ίδιες»
Για το στυλ των Ελληνίδων, η άποψή του είναι απλή: το πρόβλημα ξεκινά όταν η προσωπικότητα υποχωρεί μπροστά στην ομοιομορφία των social media.
«Το στυλ των Ελληνίδων είναι μια χαρά, αρκεί να μη θέλουν να γίνουν όλες ίδιες ή σαν κάποια πρότυπα που βλέπουν στο Instagram».
Στην ερώτηση αν το Instagram έχει βλάψει τη μόδα, απάντησε: «Λίγο, ναι. Λίγο έχει καταστρέψει, κάπως, ναι».
Και αν έπρεπε να δημιουργήσει τη βάση της γυναικείας γκαρνταρόμπας;
«Οπωσδήποτε θα έχει ένα μικρό μαύρο φόρεμα, ένα ζευγάρι γόβες κλασικές μαύρες, ένα σωστό ωραίο καμηλό παλτό και τέλος. Απλά πράγματα».
Το σημαντικότερο, όμως, δεν αγοράζεται.
«Πρέπει για να στηθεί μια γκαρνταρόμπα πρώτα να έχει τα βασικά σωστά συστατικά και μετά κάνε ό,τι θέλεις. Και το πιο σημαντικό είναι να έχεις ένα δικό σου ιδιαίτερο στυλ. Να μην θέλεις να είσαι σαν κάποια άλλη ή σαν κάποια που βλέπεις στο Instagram».
Ποιος είναι ο Βασίλης Ζούλιας όταν κλείνει η πόρτα του ατελιέ;
Έχοντας ξεκινήσει να εργάζεται στη μόδα από τα 15 του χρόνια, ο Βασίλης Ζούλιας έχει συνδέσει αναπόφευκτα το όνομά του μαζί της. Επιμένει, όμως, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να χωρέσει μόνο στην επαγγελματική του ταυτότητα.
«Αλίμονο αν ήμουνα μόνο μόδα».
Και εξηγεί: «Δουλεύω στη μόδα από τις 9:00 μέχρι τις 17:00 και από τις 17:00 μέχρι τις 21:00 είμαι ένας άνθρωπος που ασχολείται με τα κοινά, που ασχολείται με το σπίτι, που ασχολείται με τους φίλους του, που ασχολείται με τις ομάδες του, που ασχολείται με την προσωπική του ανάπτυξη».
Όσο για τις μούσες του, μία Ελληνίδα βρίσκεται πολύ ψηλά στη λίστα του.
«Θα πω ότι η Δωροθέα Μερκούρη είναι στη λίστα πολύ ψηλά, έτσι; Γιατί με αντιπροσωπεύει απόλυτα το στυλ της και η ομορφιά της».
Πριν αποχαιρετιστούμε, ο Βασίλης Ζούλιας μας αποκάλυψε και κάτι από όσα ετοιμάζει για το επόμενο Athens Fashion Week.
«Σε ένα μήνα, πολύ κοντά. Θα έχουμε την μεγάλη μας επίδειξη που κάνουμε δύο φορές το χρόνο στο Athens Fashion Week, με έκπληξη δύο καλεσμένες. Η μία θα είναι από το εξωτερικό, η άλλη είναι γνωστή, πολύ γνωστή Ελληνίδα».
Τα ονόματα, προς το παρόν, παραμένουν μυστικά.
«Τώρα δεν μπορώ να τα πω, αλλά θα είναι δύο πολύ δυνατά ονόματα».
Και κάπως έτσι ολοκληρώνεται μια συζήτηση που ξεκίνησε από τη Μελίνα Μερκούρη και την Αλίκη Βουγιουκλάκη, ταξίδεψε μέχρι το Παρίσι της Lily Collins και επέστρεψε στα πιο δύσκολα χρόνια μιας ζωής που δεν υπήρξε ποτέ μόνο μόδα.
Γιατί πίσω από τα φορέματα, τις πασαρέλες, τις διεθνείς συνεργασίες και τις γυναίκες που έντυσε, ο Βασίλης Ζούλιας μοιάζει σήμερα να θεωρεί μεγαλύτερη κατάκτηση κάτι πολύ πιο προσωπικό: το γεγονός ότι μπορεί να κοιτάζει εκείνο το «τόσο δυστυχισμένο παιδί» του παρελθόντος και, μιλώντας γι’ αυτό δημόσια, ίσως να βοηθήσει κάποιον άλλο να ζητήσει βοήθεια.
Φωτογραφίες: Αρχείο Βασίλη Ζούλια , NDP
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
