Ο Αιμιλιανός Σταματάκης είναι από εκείνους τους ηθοποιούς που δε φοβούνται να μεταμορφωθούν. Κάθε φορά που έχει να αναμετρηθεί με έναν νέο ρόλο «βουτάει» μέσα σε αυτόν με όλο του το είναι, αφιερώνεται και το αποτέλεσμα δικαιώνει όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και όποιον έχει την ευκαιρία να τον παρακολουθήσει πάνω στο θεατρικό σανίδι.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Το να γίνει ηθοποιός είναι για τον Αιμιλιανό Σταματάκη μια επιλογή που δε μετάνιωσε ποτέ, αφού κανένα άλλο επάγγελμα δε μοιάζει τόσο «σωστό» για εκείνον όσο η υποκριτική. Του αρέσει η ουσιαστική επικοινωνία με τους ανθρώπους γύρω του και βαριέται φρικτά τα social media.
Τον συναντήσαμε λίγες ημέρες πριν ανέβει στη σκηνή του θεάτρου ΗΒΗ για να ενσαρκώσει τον Νίκο Ξυλούρη. Στη συζήτησή μας, ο Αιμιλιανός Σταματάκης αναφέρεται στην μεγαλύτερη πρόκληση που είχε να αντιμετωπίσει καλούμενος να αναμετρηθεί με μια προσωπικότητα όπως αυτή του Νίκου Ξυλούρη και αποκαλύπτει ότι τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να συγχωρεί πιο εύκολα τον εαυτό του.
Αυτήν την περίοδο σε πετυχαίνουμε σε μία φάση προετοιμασίας για την παράσταση παραγωγής Αθηναϊκών Θεάτρων που θα πρωταγωνιστήσεις, «Νίκος Ξυλούρης – Ο αρχάγγελος της Κρήτης». Πώς αντέδρασες όταν σου έγινε η πρόταση να υποδυθείς αυτή τη σπουδαία προσωπικότητα;
Πλέον συνειδητοποιώ ότι νιώθω πολύ πιο εκστασιασμένος όταν μου γίνονται προτάσεις που δεν περιμένω. Και αυτή ήταν μια τέτοια πρόταση. Προτιμώ να μου γίνονται τέτοιες προτάσεις. Στην αρχή δε σου κρύβω ότι σοκαρίστηκα. Δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα μπορούσε να μου προταθεί ένας τέτοιος ρόλος. Όσο άρχιζε να ωριμάζει μέσα μου η σκέψη, άρχισα να συνειδητοποιώ πόσο μου άρεσε. Εξ΄ αρχής βέβαια θεώρησα τεράστια τιμή αυτή την πρόταση και γι’ αυτό είπα το “ναι” αρκετά γρήγορα.
Απλώς επειδή ποτέ μου δεν είχα βαθύτερη σχέση με το παραδοσιακό τραγούδι της Κρήτης, αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να ανταπεξέλθω. Πάντα με συγκινούσε το παραδοσιακό τραγούδι.

Έψαξες να μάθεις πράγματα για τον Νίκο Ξυλούρη, για τη ζωή και το έργο του, προκειμένου να μπεις καλύτερα στον ρόλο;
Τρομάζω στη σκέψη ότι μπορεί να υπάρχουν ενεργοί ηθοποιοί που δεν επενδύουν χρόνο διαβάζοντας για αυτό που πρέπει να κάνουν. Για μένα δεν μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αν συμβαίνει, τότε είμαι σίγουρος πως το αποτέλεσμα που βγαίνει, είναι προβληματικό και με ελλείψεις. Ακόμα και εσύ να μην μπεις στη διαδικασία να διαβάσεις, και να ψάξεις και να σκάψεις, σίγουρα θα το κάνουν οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης, οπότε κάτι θα εισπράξεις και από αυτό. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, θεωρώ αδιανόητο να μην ψάχνεις ο ίδιος τον ρόλο σου.
Οπότε, ναι, έχω περάσει τους τελευταίους μήνες αμέτρητες ώρες πάνω από βιβλία, λευκώματα, φωτογραφίες, παρακολουθώντας ντοκιμαντέρ, διαβάζοντας φήμες, ακούγοντας ιστορίες από ανθρώπους που ζουν ακόμα και έχουν γνωρίσει τον Νίκο Ξυλούρη.
Ήρθες σε επαφή με ανθρώπους που έζησαν από κοντά τον Νίκο Ξυλούρη;
Το πολύ ωραίο στοιχείο του Νικορέστη Χανιωτάκη είναι ότι νοιάζεται τόσο πολύ για το έργο του που έχει φέρει πολύ σημαντικά κομμάτια της οικογένειας του Ξυλούρη μέσα στην παράσταση. Δεν θα μπορούσε να το κάνει αυθαίρετα. Οπότε, πάνω και πρώτα απ’ όλα, έχουμε την γυναίκα του και την κόρη του. Και αυτές οι δυο γυναίκες, είναι οι δυο πιο δυνατές πηγές από τις οποίες θα μπορούσαμε να αντλήσουμε στοιχεία για τη ζωή αυτού του ανθρώπου.
Το ότι έχετε αυτές τις δυο γυναίκες κοντά σας, σου δημιούργησε ένα μεγαλύτερο άγχος;
Φυσικά. Και άγχος και βάρος. Ο Νίκος Ξυλούρης είναι ένας άνθρωπος που τον αγάπησε όλη η Ελλάδα. Ο καθένας μπορεί να πει το μακρύ του και το κοντό του. Και σίγουρα θα υπάρξουν άνθρωποι που δεν θέλουν να τους τον «πειράξεις». Αυτό από μόνο του είναι βάρος. Αλλά δεν υπάρχει μεγαλύτερο βάρος από αυτό της κόρης και της γυναίκας του, Ουρανίας που τον συντρόφευσε σε όλη του τη ζωή. Νιώθω πολύ μεγάλη ευγνωμοσύνη που είναι μαζί μας η Ουρανία και η Ρηνιώ, και τις αγαπάμε όλοι πολύ.
Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που έχεις να αντιμετωπίσεις υποδυόμενος έναν άνθρωπο που υπήρξε στην πραγματικότητα και δεν αποτελεί φανταστικό χαρακτήρα;
Ακριβώς αυτό που είπες, ότι είναι μια προσωπικότητα που έζησε όντως. Έναν φανταστικό ήρωα, η φαντασία μπορεί να τον πετάξει παντού. Μπορείς να υπερβάλεις μαζί του, να κάνεις χιούμορ, να βάλεις δικά σου κομμάτια σε αυτόν. Όταν όμως έχεις να κάνεις με ένα πραγματικό πρόσωπο, είναι πολύ δύσκολο. Υπάρχουν συνεντεύξεις του, υπάρχει ο λόγος του, έχουμε δει τις εκφράσεις του, το πώς επικοινωνούσε με τον κόσμο, οπότε δεν έχεις την άνεση να ξεφύγεις πολύ. Εγώ τουλάχιστον δε θα ήθελα να ξεφύγω πολύ από την εικόνα του Ξυλούρη που έχουμε στο μυαλό μας.
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και πιο συχνά να ανεβαίνουν παραστάσεις και να γίνονται ταινίες βασισμένες στις ζωές σπουδαίων προσωπικοτήτων. Ποιά ανάγκη πιστεύεις ότι οδηγεί τους δημιουργούς να δημιουργήσουν ένα έργο βασισμένο σε μια τέτοια προσωπικότητα;
Πιστεύω ότι η ανάγκη, πρώτα απ’ όλα, προέρχεται από το κοινό, που έχει αγαπήσει αυτές τις προσωπικότητες, γιατί αυτοί οι καλλιτέχνες έχουν φωτίσει και ζεστάνει με τα έργα τους στιγμές ανθρώπων που δεν γνώρισαν ποτέ. Σε δεύτερη φάση θεωρώ -αν και δε μου αρέσει τόσο αυτό που θα πω, αλλά είναι αλήθεια – ότι είναι και μια “μόδα” που για οικονομικούς λόγους αποφασίζει η εκάστοτε παραγωγή να ακολουθήσει. Για να είμαι όμως δίκαιος, ακόμη και αν πρόκειται σε ένα βαθμό για “μόδα”, ο κόσμος δείχνει να το αγκαλιάζει και από τη στιγμή που όταν γίνεται δεν ευτελίζεται το έργο και η προσωπικότητα ενός καλλιτέχνη που έχει αφήσει το δικό του αποτύπωμα στην ιστορία, καλώς γίνεται.
Υπάρχουν ρόλοι που έχεις υποδυθεί και σε έχουν επηρεάσει και «μετακινήσει» ως άνθρωπο;
Όλοι νομίζω. Θεωρώ ότι δε γίνεται να μη σε αλλάξει ένας ρόλος. Με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να σε αλλάξει ένα βιβλίο που διαβάζεις, ένας πίνακας που θα δεις, ένα τραγούδι που θα ακούσεις, έτσι μπορεί να σε αλλάξει και ένας ρόλος. Αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός της τέχνης, να σε αλλάζει, να σε βάζει σε μια διαδικασία στοχασμού και ενδοσκόπησης.
Τι είναι για σένα αυτό που καθιστά κάποιον καλλιτέχνη;
H δική μου πεποίθηση είναι ότι ένας άνθρωπος είναι καλλιτέχνης επειδή έχει ανάγκη να μοιραστεί ιστορίες, να αφηγηθεί δηλαδή κάτι που θα τον κάνει με τους γύρω του οικογένεια. Αφηγούμαστε για να δημιουργήσουμε δεσμούς με τους άλλους. Να συμφωνήσουμε ότι είμαστε μαζί σε αυτό που αποκαλούμε ζωή, επειδή ακόμα το ψάχνουμε και επειδή συνέχεια θα το ψάχνουμε. Χρειάζεται να αφηγηθούμε πράγματα για να δούμε αν πιανόμαστε χερι – χέρι. Ένας άνθρωπος που έχει την ανάγκη να το κάνει αυτό, για μένα είναι καλλιτέχνης.
Εσένα αυτή είναι η ανάγκη που σε ώθησε να ασχοληθείς με την υποκριτική;
Στην αρχή όχι. Ήταν ένστικτο. Ήταν χαρά και επιθυμία. Δεν ήξερα γιατί. Νομίζω περισσότερο η επαφή μου με τον Δημήτρη Ήμελλο στην πορεία, επειδή ήταν δάσκαλος μου και μετά θα τολμούσα να πω και φίλος μου, με έκανε να καταλάβω το γιατί. Ο Δημήτρης Ήμελλος ήταν ένας δάσκαλος που σε έκανε να ψάχνεις βαθύτερα το γιατί βρίσκεσαι στον δρόμο που βρίσκεσαι.
Μέσα από την επαφή μαζί του άρχισα να αναρωτιέμαι το γιατί. Και επειδή πήγα και στο εξωτερικό και είδα ότι δεν με ικανοποιούσε η συνθήκη εκεί. Με ρωτάνε πολύ συχνά γιατί γύρισα και δεν έμεινα στην Αγγλία, αφού είχα δουλειά στο θέατρο. Η απάντηση είναι γιατί δεν μιλούσα τη γλώσσα των ανθρώπων εκεί. Μπορούσα να μιλήσω μια χαρά, αλλά η κουλτούρα και το χιούμορ απέχουν πολύ από το δικό μας. Είναι διαφορετικό να μιλάς στους «δικούς σου» ανθρώπους που έχετε κοινές αντιλήψεις, κοινή κουλτούρα, και πάνω απ’ όλα να τους μιλάς στην ίδια γλώσσα.
Και επειδή λέγεται ότι ο ηθοποιός πρέπει να παίζει στη γλώσσα στην οποία ονειρεύεται, σε αυτή τη γλώσσα που καταλαβαίνει, συνειδητοποίησα ότι είναι πολύ σημαντικό να μπορώ να αφηγηθώ, να μπορώ να μιλήσω στην καρδιά του Έλληνα.
Μπαίνεις ποτέ στη διαδικασία να σκεφτείς τι θα γινόταν αν τελικά είχες μείνει στην Αγγλία;
Στο περίπου ξέρω τι θα γινόταν. Δεν μπαίνω στη διαδικασία να το σκεφτώ και πολύ αυτό. Όπως ασχολείται κάποιος με το networking εδώ, δικτυώνεται και ζει εδώ, αντίστοιχα αυτό θα έπρεπε να κάνω κι εγώ εκεί. Εγώ δεν ήθελα να ζήσω μόνιμα στην Αγγλία ή γενικά στο εξωτερικό. Ξέρω ότι θέλω να είμαι μόνιμα εδώ, από άποψη κλίματος, φαγητού, ζωής, φίλων. Αν ήθελα να συνεχίσω να ζω έξω και να δουλεύω έξω, θα έπρεπε να φτιάξω μια δικτύωση γνωριμιών και να συνεχίσω να το κάνω έξω. Μου έλειπε όμως η επαφή με τον κόσμο, οι κοινές ιστορίες, η κοινή κουλτούρα, οι κοινές αντιλήψεις, οι ιδέες για τον κόσμο.
Το ταλέντο στην Ελλάδα αναγνωρίζεται θεωρείς;
Φυσικά και αναγνωρίζεται. Μόνο το ταλέντο αναγνωρίζεται, και το λέω με απόλυτη σιγουριά. Το λέω όμως ως αρνητικό γιατί το ταλέντο από μόνο του δεν είναι αρκετό. Και θα βάλω μέσα στο ταλέντο και της έμφυτη ομορφιά. Στον δικό μας χώρο το να είσαι ταλαντούχος και να είσαι και όμορφος και αν έχεις και μια αυτοπεποίθηση, είναι αρκετό για να νικήσει πολύ πιο σημαντικά πράγματα στην Ελλάδα. Πράγματα όπως η προετοιμασία που κάνει κάποιος, η έρευνα, ο μόχθος που καταβάλλει, η περίσκεψη.
Στην τηλεόραση σε έχουμε δει σε λίγες σειρές. Αυτό είναι από δική σου επιλογή ή απλά δεν προέκυψαν οι προτάσεις;
Και τα δύο. Δηλαδή στην αρχή ήταν δική μου επιλογή, μετά εύλογα δεν προέκυψαν και πολλές προτάσεις. Έχει να κάνει και με το γεγονός ότι δεν είχα τον χρόνο λόγω των θεατρικών παραγωγών που συμμετείχα. Σιγά σιγά όμως, όταν μου δίνεται μια ευκαιρία και έχω το χρονικό περιθώριο να συμμετέχω σε μια τηλεοπτική σειρά, το κάνω.
Με την προβολή του εαυτού σου προς τα έξω, τα social media αλλά και τις συνεντεύξεις πώς τα πας:
Είναι άλλο η προβολή του εαυτού μου και άλλο τα social media. Με τα social media δεν τα πηγαίνουν καλά. Τα βαριέμαι φρικτά και θεωρώ ότι έχουν κάνει τεράστιο έγκλημα πάνω στην ανθρώπινη επικοινωνία. Είμαι από αυτούς τους ανθρώπους που στηρίζουν ότι τα παιδιά μας δεν θα έπρεπε να έρχονται σε επαφή με τα social media τουλάχιστον μέχρι τα 18. Πιστεύω ότι είναι κάτι σκληρά εθιστικό, ακριβώς όπως το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, και χρειάζεται να ενηλικιωθείς για να έρθεις με ωριμότητα σε επαφή μαζί τους.
Προσωπικά, όπως σου είπα, δεν τα πάω καλά με τα social media, γιατί χρειάζεται να αφιερώσω χρόνο σε ένα image το οποίο θα είναι σίγουρα φτιαχτό. Ξέρω πολύ καλά πώς δουλεύουν τα social media, ξέρω πολύ καλά πώς λειτουργούν οι αλγόριθμοι και το τι απαιτείται από μένα προκειμένου να μεγαλώσω τα social media μου. Επιλέγω όμως να βαριέμαι να το κάνω. Όχι γιατί υποτιμώ όσους το κάνουν. απλά δεν είναι κάτι που ταιριάζει σε εμένα.
Αυτό όμως δεν έχει να κάνει με την προβολή του εαυτού μου. Το να βρεθώ σε μια εκπομπή και να κάνω μια ωραία συζήτηση μαζί και με άλλους συναδέλφους ή να δώσω μια συνέντευξη για τη δουλειά μου, το θεωρώ επικοιδομητικό. Αν είχα πρόβλημα με αυτό, θα έπρεπε να έχω γενικά και με την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, ή το θέατρο.
Τον χρόνο αυτό που δεν καταναλώνεις στα social media, πώς επιλέγεις να τον περνάς;
Τώρα που προετοιμάζομαι σκληρά για την παράσταση, δε μου μένει και πολύς χρόνος. Μου αρέσει πραγματικά τον χρόνο που έχω να τον αφιερώνω στο έργο, να ασχολούμαι με την παράσταση ή με μια παράσταση την οποία δεν παίζω ως ηθοποιός αλλά είμαι στο δημιουργικό κομμάτι, δίπλα στο σκηνοθέτη ως δραματολόγος. Μου αρέσει να διαβάζω βιβλία, να βλέπω σειρές, έχω πάρα πολλά πράγματα να κάνω για να γεμίσω τον χρόνο μου από το να ασχοληθώ με τα social media. Θα παίξω επιτραπέζια με τους φίλους μου, θα βγω για μια μπίρα. Προτιμώ την αληθινή από την εικονική επικοινωνία.
Για έναν άνθρωπο που είναι εκτός του δικού σου χώρου και βρίσκεται δίπλα σου, πόσο εύκολο είναι να καταλάβει το δικό σου πρόγραμμα, το ότι πρέπει να βρίσκεσαι 10 ώρες σε μια πρόβα και μετά να πρέπει να επιστρέψεις στο σπίτι για να μελετήσεις;
Έχω καιρό να βρεθώ με ανθρώπους εκτός χώρου, πέρα από τους φίλους μου. Και οι φίλοι μου ήδη ξέρουν πώς είναι αυτό. Το έχουν συνηθίσει. Το ξέρουν πολύ καλά γιατί μιλάμε ο ένας με τον άλλον για τις δουλειές μας. Οι κοντινοί μου και γενικότερα όσοι είναι στο ευρύτερο κοινωνικό μου περιβάλλον ξέρουν ακριβώς πώς είναι. Από εκεί και πέρα όλοι οι υπόλοιποι που συναναστρέφομαι είναι στον χώρο.
Χρόνο με τον εαυτό σου περνάς;
Πολύ. Το έχω ξαναπεί, ότι, ειδικά όταν δουλεύω για παραστάσεις, αν είχε κάποιος μια κάμερα και με έβλεπε μέσα στο δωμάτιό μου, μπορεί να νόμιζε ότι το έχω χάσει. Γιατί απλά θα με έβλεπε να κάθομαι στην καρέκλα και να κοιτάζω τον τοίχο. Δεν ξέρει όμως εκείνη τη στιγμή τι επεξεργάζομαι εγώ στο μυαλό μου. Σκέφτομαι από το που περνάω, τι κίνηση κάνω, πότε αλλάζω ρούχα, τι εξωτερικά χαρακτηριστικά έχει ο ήρωάς μου, μέχρι το πώς κάθεται.
Είναι μια διαδικασία που χρειάζεται καλή εκγύμναση της φαντασίας. Μου αρέσει να λέω ότι η φαντασία μας είναι σαν ένας μυς. ο οποίος γυμνάζεται όπως γυμνάζονται οι μύες όταν πηγαίνεις σε γυμναστήριο. Το να κάθεσαι και να φαντάζεσαι πράγματα και να τα κάνεις εικόνες, παίρνει χρόνο και ζεις σε έναν κόσμο που ο άλλος δε μπορεί να αντιληφθεί.
Φοβίες έχεις;
Δεν ξέρω πώς θα ήταν η ζωή χωρίς αυτές. Έχω φοβίες για την υγεία, φοβίες για καταστροφές. Σε λογικά πλαίσια πάντα, Κυρίως όμως οι φοβίες μου έχουν να κάνουν με την υγεία και με τα κοινωνικά αδιέξοδα που δεν τελειώνουν ποτέ.
Μου είπες πριν ότι μπορεί να κάθεσαι και να κοιτάς τον τοίχο και να σκέφτεσαι με λεπτομέρεια την κάθε κίνηση του ήρωά σου. Είσαι τελειομανής καταλαβαίνω.
Έχω αρχίσει να γλιτώνω λίγο από αυτό.
Συγχωρείς λάθη στον εαυτό σου;
Όσο μεγαλώνω νομίζω ότι συγχωρώ όλο και περισσότερα λάθη. Και νομίζω ότι η συγχώρεση είναι ένα όμορφο πράγμα. Και δεν εννοώ να συγχωρείς τα πάντα. Εννοώ τη συγχώρεση σε πράγματα που έχει πρώτα υπάρξει μια μετάνοια, για πράγματα που δεν ήθελες να έχουν συμβεί και έχει υπάρξει παραδοχή του λάθους, και αντί να συνεχίσεις να αυτομαστιγώνεσαι να προχωράς στη συγχώρεση.
Έχεις περάσει φάσεις αυτομαστιγώματος;
Φυσικά. Aσυναίσθητα νομίζω συμβαίνει αυτό. Θεωρώ ότι χρειάζεσαι ψυχανάλυση για να οδηγηθείς στην ηρεμία. Εμένα με οδήγησαν σε αυτή το θέατρο και η διδασκαλία. Δεν έχω πάει ποτέ σε κάποιον ψυχολόγο, δεν έχω νιώσει μέχρι στιγμής αυτή την ανάγκη γιατί η δουλειά μου μού προσφέρει από μόνη της μια μορφή ψυχανάλυσης.
Θα μπορούσες να δεις τον εαυτό σου να κάνει μια άλλη δουλειά;
Ναι, τον έχω δει πολλές φορές σε διάφορες δουλειές φαντασιακά. Τίποτα δεν μοιάζει όμως τόσο σωστό για μένα όσο η υποκριτική.
Άρα δεν μετάνιωσες ποτέ για την επιλογή σου.
Θα σου έλεγα ψέματα αν σου έλεγα ότι βιοποριστικά δεν το μετανιώνω. Υπάρχουν στιγμές που κουράζομαι από αυτό. Και λέω ότι, θα ήταν όλα πολύ πιο εύκολα αν στόχευα στο οικονομικό και σε μια δουλειά που στοχεύει στην οικονομική αποκατάσταση. Στην υποκριτική η μάχη μας είναι Οδύσσεια. Νομίζω ότι στην Ελλάδα τα πράγματα για τους ηθοποιούς, και ειδικά για όσους επιλέγουν τις δουλειές τους με άλλα κριτήρια και όχι τα οικονομικά, είναι δύσκολα. Φυσικά και μπορείς να βιοποριστείς από αυτό. Και εγώ από αυτό βιοπορίζομαι, αλλά είναι δύσκολο.
Έχεις αναγκαστεί ποτέ να κάνεις μια δουλειά που σε διαφορετικές συνθήκες δε θα έκανες για βιοποριστικούς λόγους;
Εννοείται.
Πώς αντιμετώπισες αυτή τη συνθήκη;
Όταν υπάρχει μια τέτοια συνθήκη πρέπει να καταλάβεις ότι επειδή για σένα είναι ανάγκη, δεν πάει να πει ότι για κάποιον άλλον δεν είναι επιλογή. Οπότε οφείλεις να τιμήσεις το έργο όπως και να έχει.
Έχει τύχει ποτέ να είσαι στη σκηνή και να συμβεί κάτι από κάτω που να σε φέρει σε αμηχανία:
Πολλές φορές. Έχω δει κόσμο να κοιτάει το κινητό του ή να ακόμα και να φεύγει.
Πώς είναι να βλέπεις κάποιον να φεύγει στα μισά του έργου;
Αποκαρδιωτικό. Παράλληλα όμως είναι ρεαλιστικό και αληθινό. Και συμβαίνει σε όλους και πάντα θα συμβαίνει. Δεν μπορείς να το αφήσεις για πολύ να σε επηρεάσει. Λες κρίμα, αλλά ως εκεί.
Έχεις παίξει στο εξωτερικό, έχεις παίξει και στην Επίδαυρο. Θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου επιτυχημένο;
Όχι, όχι. Αυτό είναι αστείο. Κατ’ αρχάς δεν μπορώ να το πω εγώ αυτό. Αυτό θα το πει ενδεχομένως αν το πει και αν έχει σημασία να το πει κανείς, μετά από χρόνια. Θα πω μια φράση που είχε πει ο Ψαρονίκος, μακροπρόθεσμα θα φανεί αν κάποιος – όχι πέτυχε – επέπλευσε.
Φωτογραφίες: Πέτρος Χόντος
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
