Μέσα σου υπάρχει πάντα αυτή η μικρή σύγκρουση, θέλεις το παιδί σου να είναι ανοιχτό, χαμογελαστό, να λέει ένα «γεια» χωρίς δεύτερη σκέψη, αλλά ταυτόχρονα σε πιάνει εκείνο το σφίξιμο όταν το βλέπεις να πιάνει κουβέντα με έναν άγνωστο στο σούπερ μάρκετ. Δεν είναι παράλογο, είναι η εποχή που σε έχει εκπαιδεύσει να φοβάσαι. Μεγαλώσαμε με το «μη μιλάς σε ξένους» και κάπως αυτό έμεινε σαν κανόνας χωρίς εξηγήσεις. Μόνο που σήμερα ξέρεις κάτι παραπάνω. Ξέρεις ότι το παιδί σου χρειάζεται κοινωνικές δεξιότητες, χρειάζεται να μπορεί να ζητήσει βοήθεια, να επικοινωνήσει, να σταθεί στον κόσμο χωρίς να νιώθει ότι όλοι είναι απειλή. Εκεί είναι που αλλάζει το παιχνίδι, όχι στο τι θα του πεις, αλλά στο πώς θα του το εξηγήσεις.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Δεν είναι όλοι οι ξένοι επικίνδυνοι, αλλά δεν είναι και όλοι ασφαλείς
Αν συνεχίσεις να λες απλά «μη μιλάς σε ξένους», στην ουσία μπερδεύεις το παιδί σου. Γιατί κάποια στιγμή θα χρειαστεί να μιλήσει σε έναν δάσκαλο, σε έναν γιατρό, σε έναν υπάλληλο, σε έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζει. Το θέμα δεν είναι να φοβάται τους πάντες, αλλά να καταλαβαίνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια ασφαλή και σε μια περίεργη κατάσταση. Του μαθαίνεις ότι μπορεί να πει «γεια» όταν είσαι δίπλα του, ότι μπορεί να απαντήσει ευγενικά, αλλά δεν ακολουθεί κανέναν, δεν παίρνει τίποτα από κανέναν, δεν φεύγει ποτέ χωρίς εσένα. Όσο πιο ξεκάθαρα του το λες, τόσο πιο ασφαλές νιώθει. Δεν του κόβεις την κοινωνικότητα, του δίνεις πλαίσιο. Και αυτό το πλαίσιο είναι που το προστατεύει πραγματικά.
Η ασφάλεια δεν είναι απαγόρευση, είναι εκπαίδευση

Το ένστικτό σου μπορεί να σου λέει να περιορίσεις, να κόψεις επαφές, να αποφύγεις κάθε πιθανό ρίσκο. Όμως έτσι δεν μαθαίνει τίποτα. Το παιδί χρειάζεται παραδείγματα, όχι απλώς κανόνες. Του δείχνεις στην πράξη τι σημαίνει «περίεργη συμπεριφορά», του εξηγείς τι σε κάνει να νιώθεις άβολα, το βοηθάς να αναγνωρίζει σημάδια. Και ταυτόχρονα του δίνεις ελευθερία μέσα σε ασφαλές πλαίσιο. Όταν είστε μαζί και κάποιος του μιλήσει, δεν το τραβάς απότομα, παρατηρείς, μένεις κοντά, αφήνεις το παιδί να δει ότι μπορεί να υπάρχει επικοινωνία χωρίς κίνδυνο. Για τα μικρότερα παιδιά, η δική σου παρουσία είναι η ασφάλεια. Για τα μεγαλύτερα, είναι η γνώση που έχουν αποκτήσει από σένα. Αυτό χτίζεται σιγά σιγά, όχι με φόβο, αλλά με καθοδήγηση.
Δεν χρειάζεται να είναι ευγενικό με όλους
Κάπου εδώ κάνουμε το μεγαλύτερο λάθος. Μαθαίνουμε τα παιδιά να είναι ευγενικά με όλους, να απαντούν, να χαμογελούν, να μην φέρνουν σε δύσκολη θέση κανέναν. Και μετά απορούμε γιατί δυσκολεύονται να πουν «όχι». Το παιδί σου χρειάζεται να ξέρει ότι έχει δικαίωμα να μην απαντήσει, να απομακρυνθεί, να σε φωνάξει. Αν νιώσει άβολα, αυτό είναι αρκετό. Δεν χρειάζεται να είναι αγενές, αλλά δεν χρειάζεται και να εξυπηρετεί την κοινωνική άνεση των άλλων. Του μαθαίνεις ότι η ευγένεια σταματά εκεί που ξεκινά η δυσφορία. Ότι δεν χρωστάει συζήτηση σε κανέναν. Και αν θες να πας ένα βήμα παραπέρα, δημιουργείς και ένα «μυστικό» οικογενειακό σήμα ή λέξη που σημαίνει «θέλω να φύγουμε τώρα». Είναι μικρό πράγμα, αλλά δίνει τεράστια αίσθηση ελέγχου.
Δεν μεγαλώνεις ένα παιδί για να φοβάται τον κόσμο, αλλά ούτε και για να κινείται αφελώς μέσα σε αυτόν. Το ζητούμενο είναι η ισορροπία, και αυτή δεν χτίζεται με μία φράση που επαναλαμβάνεις, αλλά με καθημερινές μικρές κουβέντες, παραδείγματα, παρατηρήσεις. Όσο πιο ξεκάθαρα του μιλάς, τόσο λιγότερο χρειάζεται να φοβάται. Και όσο το εμπιστεύεσαι να καταλάβει, τόσο πιο υπεύθυνα θα κινηθεί. Στο τέλος, αυτό που θέλεις δεν είναι απλώς ένα «ευγενικό παιδί», αλλά ένα παιδί που ξέρει να προστατεύει τον εαυτό του χωρίς να χάνει τη ζεστασιά του. Και αυτό ξεκινά από τον τρόπο που του μιλάς κάθε μέρα.
Κεντρική εικόνα και εικόνα άρθρου: iStock
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
