Φάνης Μουρατίδης: Η τηλεόραση  τα λεφτά  και ο  φόβος του όταν ξεκίνησε

Φάνης Μουρατίδης: Η τηλεόραση  τα λεφτά  και ο  φόβος του όταν ξεκίνησε | tlife.gr

Ο ταλαντούχος Φάνης Μουρατίδης που τον βλέπουμε στην πετυχημένη σειρά του Ant1 «Πέτα τη Φριτέζα» μιλάει στο Plan B και τη Μαρία Λυσάνδρου, για τα λεφτά στην τηλεόραση, για τη μόδα που έφεραν οι «Άγριες Μέλισσες», αλλά και την σχέση του με την μαγειρική!

 

Η τηλεόραση  τα λεφτά  και ο  φόβος του όταν ξεκίνησε

 Νομίζω ότι, για έναν ηθοποιό, το κυριότερο είναι ότι θέλει να επικοινωνήσει τον εαυτό του και τη δουλειά του μέσα από ένα μέσο μεγαλύτερο.

Παλαιότερα, εμείς είχαμε γαλουχηθεί με την αντίληψη μιας τηλεόρασης, η οποία έρχεται και μας “φθηναίνει”. Άρα, πολύ γρήγορα, κάποιος που ήθελε να κάνει τηλεόραση, για να δικαιολογήσει τον εαυτό του, έλεγε ότι το κάνει για να ζήσει. Αν θέλεις να κάνεις κάτι για να ζήσεις, γιατί να κάνεις τηλεόραση; Πήγαινε δούλεψε στην οικοδομή, στα καπνά, σε ταξί!

Πρόσεξε τι εννοώ: Αν θεωρείς ότι το να παίξεις στην τηλεόραση εκφυλίζει τη δουλειά σου, την ιδεολογία σου και την ηθική σου, τότε μην τα προδίδεις. Το «για τα λεφτά» είναι πραγματικά δικαιολογημένος να το πει κάποιος όταν, μέσα στην εποχή της κρίσης, έκανε πολλά πράγματα για να επιβιώσει επειδή βρέθηκε χρεωμένος, δεν είχε άλλη διέξοδο… Εκεί πολύς κόσμος αναγκάστηκε να κάνει τις “εκπτώσεις” του.

Πριν από αυτό, όμως, πριν μπούμε σε αυτή τη μέγκενη, κανείς δεν έκανε τηλεόραση για τα λεφτά. Προσωπική μου άποψη. Μπορεί να είμαι λανθασμένος.

 

Τελικά, αυτή την προκατάληψη με την τηλεόραση τη συζητάμε πάντα με τους ηθοποιούς…

Θεωρώ ότι «τα λεφτά» ήταν ένας τρόπος για να δικαιολογήσουμε το ότι κάνουμε τηλεόραση. Γιατί, παλαιότερα, η τηλεόραση ήταν “αμαρτωλή”!

Αλλά νομίζω ότι, τελικά, θέλαμε να το κάνουμε. Θέλαμε να επικοινωνήσουμε τη δουλειά μας και τον εαυτό μας. Ήταν ένα γοητευτικό μέσο… Εγώ, ας πούμε, φοβόμουν την τηλεόραση.

 

Το έχω διαβάσει αυτό… Γιατί, όμως;

Όσο κι αν ακουστεί υπερφίαλο, σκεφτόμουν: «Αν κάνω επιτυχία, τι θα κάνω μετά; Πώς θα το διαχειριστώ;». Δεν ήμουν έτοιμος. Όταν πήγα στην τηλεόραση, σε μεγαλύτερη ηλικία, ήμουν έτοιμος και ψυχολογικά. Με είχε παρακινήσει και η φίλη μου τότε, η Φαίη Ξυλά, που μου είπε «Γιατί δεν πας, ρε παιδί μου; Πήγαινε, μην το έχεις απωθημένο μέσα σου αύριο-μεθαύριο, ότι θα μπορούσες και δεν…». Και η αλήθεια είναι ότι έκανα πάρα πολύ καλά! Δεν το μετανιώνω καθόλου!

Είχα την τύχη, στην πρώτη μου τηλεοπτική δουλειά, το «Έτσι ξαφνικά», να είμαι με τη Μιρέλλα Παπαοικονόμου, τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, τον Αιμίλιο Χειλάκη – όλοι αυτοί είναι φίλοι μου. Κάναμε μια υπέροχη δουλειά, περάσαμε καταπληκτικά. Ένιωθα άσχημα που ένιωσα τόσο καλά! Γιατί έπρεπε να μην περνάω καλά, ειλικρινά δεν ξέρω! (γέλια)

Αλλά υπάρχει και μια πραγματικότητα: δεν είμαστε όλοι για όλα. Υπάρχουν συνάδελφοι, οι οποίοι είναι εξαιρετικοί στο θέατρο, αλλά το τηλεοπτικό μέσο δεν τους “θέλει”. Σπάνια θα βρεις έναν συνάδελφο που να κινείται σε όλους τους χώρους με άνεση…

Νομίζω ότι εγώ ανήκω και σε μια γενιά μεταβατική. Γαλουχηθήκαμε με τις κλασικές αξίες, και μετά ήρθε μια ιδιωτική τηλεόραση – κι εμείς ήμασταν λίγο με το ένα πόδι στο παρελθόν, και με το ένα πόδι εκεί. Οπότε, το ιδεολογικό κομμάτι μέσα μας «έδινε και έπαιρνε».

 

Κατ’ αρχάς… είναι τόσο εύκολο να κάνει κανείς τηλεόραση;

Δεν ξέρω να σου απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Γιατί πρέπει να μιλήσω εξ ιδίων – και, στη δική μου περίπτωση, έγινε με έναν εύκολο τρόπο. Η ερώτησή σου είναι πολύ ωραία, γιατί δεν ισχύει μόνο για την τηλεόραση, ισχύει και για το θέατρο, και για το σινεμά.

Λέει ο άλλος «Δεν δουλεύω μ’ αυτούς.» Γιατί; Σε ζήτησαν; «Δεν κάνω τηλεόραση.» Ναι, σε έχουν φωνάξει; Σου χτυπάν την πόρτα και σου λένε «Έλα!», κι εσύ λες «Όχι, δεν έρχομαι»; Γιατί είναι κι αυτό… Τοποθετούμαστε σε αυτή την ερώτηση, λες και σε όλους έχει γίνει πρόταση. Δεν έχει γίνει σε όλους η πρόταση, και δεν τους ψάχνει όλους η τηλεόραση!

Τι γίνεται, πολλές φορές… Υπάρχει μια κατηγορία, μικρότερη θέλω να πιστεύω, η οποία ακυρώνει κάτι που ουσιαστικά τον απέρριψε: «Δεν μου αρέσει καθόλου, είναι πολύ φθηνό το μέσο».

 

Μα δεν τείνουμε συνήθως να ακολουθούμε «δοκιμασμένες συνταγές», που ξέρουμε ότι πέτυχαν στο παρελθόν;  

Το πρόβλημά μας στην Ελλάδα είναι το πώς αποκωδικοποιεί κανείς την “επιτυχία”. Ξαφνικά “σκάνε”, τώρα καλή ώρα, οι «Μέλισσες», μια σειρά εποχής. Ωπ, αμέσως τα ξεχνάμε όλα!

Άρα, του χρόνου μόνο σειρές εποχής, ε;

Κάναμε Survivor, πέτυχε. Γι’ αυτό και τις επόμενες χρονιές κάναμε Survival, κάναμε Nomads… Έσκασε κάτι το διαφορετικό, αμέσως δημιουργεί μια τάση. Εύλογο είναι.

Ταυτόχρονα, αυτή η τάση αποδυναμώνει αυτό το διαφορετικό. Έτσι, αρχίζουν να γίνονται πολλά παρόμοια και πολύ γρήγορα ξαναγυρνάμε στην πρότερη κατάσταση. Γιατί, στην πραγματικότητα, δεν κυνηγάμε το διαφορετικό ως διαφορετικό. Κυνηγάμε το διαφορετικό που πέτυχε

Και στο ελληνικό τραγούδι υπάρχουν πολλοί τραγουδιστές που είπαν 15 τραγούδια και, επί 25 χρόνια, με αυτά τα 15 τραγούδια πορεύονται. Έτσι είναι: σίγουρη συνταγή, αυτή είναι η φωνή, εκεί πάμε.

 

Μία από τις εκπομπές που δοκιμάστηκαν και πέτυχαν είναι και το Master Chef. Δεδομένου ότι στο «Πέτα τη Φριτέζα» υποδύεστε κι εσείς έναν σεφ, το έχετε παρακολουθήσει καθόλου;

Όχι, αλλά έχω παρακολουθήσει εκπομπές μαγειρικής του Netflix.

Προτιμάτε, δηλαδή, να δείτε κάτι ξένο, παρά ελληνικό;

Όχι, όχι… Ο λόγος που προτίμησα να δω εκείνο ήταν γιατί δεν ήθελα να δω ένα παιχνίδι. Το παιχνίδι, ουσιαστικά, χρησιμοποιεί τους κριτές που έχουν τη “γνώση” και, μέσα από ένα διαγωνιστικό κόνσεπτ, μού συστήνει με έναν ωραίο τρόπο τη μαγειρική.

Εμένα με ενδιέφερε ο μάγειρας-δημιουργός. Όταν άρχισα να ασχολούμαι με τον ρόλο, έψαξα να δω πώς σκέφτεται ένα σεφ, τι γίνεται στο μυαλό του – και μιλάμε για καλλιτέχνες υψίστου είδους… Οι τύποι είναι “επαναστάτες” της μαγειρικής!

Ποιον έχετε παρακολουθήσει;

Πολλούς, πολλούς… Τον Φεράν Αντριά, τον Μάσιμο Μποτούρα, τον Ντουκάς…

Και με τη μαγειρική γιατί έχουμε κολλήσει τόσο στην Ελλάδα; Ενώ πολλά από αυτά που βλέπουμε παραείναι “προχωρημένα” για μας… Μόδα κι αυτό;

Η μαγειρική, πέρα από το ότι είναι μόδα, είναι κάτι που υπάρχει μέσα σε όλα τα σπίτια.

Εγώ πιστεύω ότι αποκτάς μια τριβή σιγά-σιγά και φτιάχνεις κι εσύ έναν κώδικα ως θεατής. Κάπου αρχίζεις κι εσύ και “ακουμπάς”. Γιατί η μαγειρική έχει να κάνει με τη δημιουργία, πώς μέσα σε μια συγκεκριμένη συνθήκη δημιουργείς κάτι, έστω κι αν είναι να το μιμηθείς. Η μίμηση είναι ένας τρόπος μάθησης.

Εάν κάποιος μπει σε αυτή την περιπέτεια, θα θέλει να το δοκιμάσει και στο σπίτι του, να έρθει η φίλη του στο σπίτι και να της κάνει μια έκπληξη. Ακόμα κι αν είναι αυτή η κλασική μακαρονάδα των ανδρών! (γέλια)

 

Εσείς μπήκατε καθόλου στη διαδικασία να ασχοληθείτε με τη μαγειρική; Ή είστε κι εσείς «τα βραστά αυγά του Φάνη», «το τοστ του Φάνη»…;

Το «τοστ του Φάνη» είναι πολύ δυνατό! Και βραστά αυγά σε βαθμό που λιώνει το τσόφλι, εξαιρετικά! (γέλια)

Όχι, δεν είμαι καθόλου καλός στη μαγειρική, δεν έχω καμία σχέση. Και καμία περιέργεια δεν έχω!

 

 

 

 

READ more