Συγκλονίζει ο Αύγουστος Κορτώ, με όσα λέει για τον εγκλεισμό λόγω κορονοϊού

Από τους πιο ταλαντούχους συγγραφείς της γενιάς του, ο Αύγουστος Κορτώ δεν έκρυψε ποτέ ούτε την προσωπική του ζωή αλλά ούτε και τη μάχη του με την κατάθλιψη. Μάλιστα μίλησε σήμερα για την εποχή μετά την απόπειρα αυτοκτονίας που χρειάστηκε να μείνει έγκλειστος στο Αιγινήτειο.

Και μέσα από την εμπειρία του δίνει ένα μήνυμα αισοδοξίας για όλους όσους μένουμε μέσα και παλεύουμε να μειώσουμε την εξάπλωση του ιου!

Τον Απρίλη του ’18, κατόπιν απόπειρας, κρίθηκε αναγκαίο να νοσηλευτώ. Κι όπως όλοι όσοι χρήζουν ψυχιατρικής νοσηλείας, παρ’ ότι είχα δώσει τη συγκατάθεσή μου, δεν ήμουν διόλου συμφιλιωμένος με τον εγκλεισμό.

Το έβλεπα, αρχικά, σαν τιμωρία: εγερτήριο και συσκότιση, καθημερινή κουβέντα με τους γιατρούς θες δε θες, περιορισμός στις επαφές με τον έξω κόσμο (όταν πρέπει να επιστρέψεις το καλώδιο, το κινητό μοιραία ξεφορτίζεται μες στη μέρα), κοινόχρηστα μπάνια και τρίκλινα δωμάτια, καταναγκαστική συνύπαρξη με αγνώστους… Η μόνη παρηγοριά, τα πρώτα εικοσιτετράωρα που ακόμα έβραζα για τις αδικίες της ζωής, ήταν το σαλόνι, όπου μπορούσαμε να καπνίζουμε, και το ότι ήμασταν ελεύθεροι, εντός ωραρίου, να παραγγέλνουμε καφέδες και τα ρέστα από ντελίβερι.

Ώσπου, ένα βράδυ, αφού είχα μιλήσει στο τηλέφωνο με τον Τασούλη (που ερχόταν κάθε μέρα να με δει, όπως και δεκάδες ακριβοί μου φίλοι – κι ο μπαμπάκας, φυσικά), κι αφού είδα για νιοστή φορά στην τηλεόραση τους “Γαμπρούς της Ευτυχίας” (Τσιφόρος = γέλιο = βάλσαμο), καθώς διάβαζα στο κρεβάτι γλαρωμένος, ένιωσα κάτι που με αιφνιδίασε, ένα αίσθημα που είχα ξεχάσει μετά από μήνες κλινικής κατάθλιψης: ασφάλεια. Ήμουν, κι αισθανόμουν, ασφαλής – και το χρωστούσα στο Αιγινήτειο, στους γιατρούς και τους νοσηλευτές και το προσωπικό που μας τάιζε και μας καθάριζε αγόγγυστα, σαν ένα μάτσο δύστροπα, άρρωστα παιδιά.

Ο κίνδυνος, τότε – όπως και για τους περισσότερους νοσηλευόμενους – ήταν ο εαυτός μου. Αλλά όσο η νοσηλεία – κι η θεραπεία, συνειδητή κι ασυναίσθητη – προχωρούσε, μπορούσαμε να βγαίνουμε στο προαύλιο τις ώρες της επίσκεψης, ακόμα και να πηγαίνουμε (με την επιτήρηση των συνοδών) στο γωνιακό καφέ, γιατί σταδιακά ο κίνδυνος λιγόστευε, κι αρχίζαμε, έστω και κούτσα-κούτσα, να γινόμαστε ξανά φροντιστές του εαυτού μας.

Αυτές τις μέρες μου έρχεται συχνά στον νου το Αιγινήτειο: το κρεβάτι που ‘χα φτάσει να θεωρώ δικό μου, με τη μαξιλαροθήκη και το φωτάκι νυχτερινής ανάγνωσης και τα άπειρα γλυκά στο ντουλαπάκι (χώρια αυτά στο ψυγείο του σαλονιού). Ο επιβεβλημένος εγκλεισμός μοιάζει, αρχικά, με τιμωρία – όλοι νιώθουμε τους τοίχους να μας πλακώνουν σε φάσεις. Ωστόσο, όσο μένουμε σπίτι, ο κίνδυνος μικραίνει ολοένα.

Κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα κρατήσει αυτή η δοκιμασία, και σαφώς θα υπάρξει διάστημα προσαρμογής – κι εγώ χρειάστηκα λίγο καιρό να ξαναμάθω τον κόσμο υπό το πρίσμα της αγάπης για τον εαυτό μου. Αλλά στο μεταξύ, όσο αφήνουμε το αόρατο, κοινό κουκούλι να μας περιβάλλει, όσο μιλάμε και γελάμε και κοιτάμε ο ένας τον άλλο στα μάτια – έστω κι αν οι κάμερες δεν επιτρέπουν αγκαλιές – βρισκόμαστε στο καλύτερο μέρος του κόσμου. Στο κοινό μας σπίτι.

Είμαστε ασφαλείς.