Site icon TLIFE

Πώς η διπολική διαταραχή μπορεί να επηρεάσει τη σεξουαλική επιθυμία

Όταν μιλάμε για τη διπολική διαταραχή, συνήθως σκεφτόμαστε τις έντονες μεταβολές της διάθεσης: την αυξημένη ενέργεια και παρορμητικότητα της μανίας ή της υπομανίας και, στον αντίποδα, την απόσυρση και την απώλεια ενδιαφέροντος που μπορεί να συνοδεύουν ένα καταθλιπτικό επεισόδιο. Υπάρχει όμως μία σημαντική πλευρά της διαταραχής που συχνά μένει έξω από τη συζήτηση: η σεξουαλική ζωή.

Και όμως, η σεξουαλικότητα μπορεί να αποτελεί έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο «καθρέφτη» της ψυχικής κατάστασης.

Κατά τη μανιακή ή υπομανιακή φάση, η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να αυξηθεί σημαντικά. Το άτομο ενδέχεται να αναζητά συχνότερα σεξουαλικές επαφές, να εμφανίζει μεγαλύτερη σεξουαλική διεκδικητικότητα ή να εμπλέκεται σε συμπεριφορές που υπό διαφορετικές συνθήκες πιθανότατα θα αξιολογούσε πιο προσεκτικά. Η υπερσεξουαλικότητα, επομένως, δεν ταυτίζεται απλώς με μια «υψηλή libido». Όταν εντάσσεται σε ένα μανιακό επεισόδιο, μπορεί να συνδέεται με παρορμητικότητα, μειωμένη εκτίμηση του κινδύνου και δυσκολία πρόβλεψης των συνεπειών.

Στον αντίποδα, κατά την καταθλιπτική φάση, συναντάμε συχνά μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, δυσκολίες στη διέγερση και στον οργασμό, αλλά και μικρότερη ικανοποίηση από τη σεξουαλική επαφή. Η σεξουαλική απόσυρση μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω την εικόνα εαυτού και τη συντροφική σχέση, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο: όσο μειώνεται η εγγύτητα, τόσο μπορεί να αυξάνεται η αίσθηση απομόνωσης.

Τι συμβαίνει όμως όταν η διάθεση είναι σταθερή;

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο.

Μία πολύ πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση, έρχεται να δείξει ότι οι σεξουαλικές δυσκολίες στη διπολική διαταραχή δεν εμφανίζονται αποκλειστικά κατά τη διάρκεια των επεισοδίων της νόσου. Μπορούν να παραμένουν ακόμη και στην ευθυμία, δηλαδή σε περιόδους κατά τις οποίες η διάθεση θεωρείται κλινικά σταθερή.

Οι ερευνητές εξέτασαν 37 μελέτες, που περιλάμβαναν συνολικά 8.724 άτομα με διπολική διαταραχή. Τα ποσοστά σεξουαλικής δυσλειτουργίας παρουσίασαν μεγάλη διακύμανση, από 14% έως και 91%, ανάλογα με τον πληθυσμό, τη μεθοδολογία και τη θεραπεία. Η σεξουαλική επιθυμία αναδείχθηκε ως ο τομέας που επηρεάζεται συχνότερα, ενώ συνολικά τα άτομα με διπολική διαταραχή εμφάνιζαν φτωχότερη σεξουαλική λειτουργικότητα και μικρότερη σεξουαλική ικανοποίηση σε σύγκριση με υγιείς πληθυσμούς.

Και εδώ χρειάζεται μία σημαντική διευκρίνιση: δεν είναι όλα “η διαταραχή”. Η σεξουαλική λειτουργία μπορεί να επηρεάζεται από την ίδια τη συμπτωματολογία, από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, από τη δυναμική της σχέσης αλλά και από τη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό και η αξιολόγησή της χρειάζεται να είναι εξατομικευμένη και όχι να περιορίζεται στο ερώτημα «έχει ή δεν έχει libido».

Το σημαντικότερο μήνυμα της σύγχρονης βιβλιογραφίας είναι ότι η σεξουαλική υγεία δεν αποτελεί πολυτέλεια μετά τη σταθεροποίηση της ψυχικής υγείας. Αποτελεί μέρος της.

Η ερώτηση λοιπόν στην κλινική πράξη δεν θα πρέπει να είναι μόνο «πώς είναι η διάθεσή σας;», αλλά και: «πώς είναι η σεξουαλική σας ζωή;»

Αξίζει να θυμόμαστε ότι η θεραπεία δεν αφορά μόνο την υποχώρηση των συμπτωμάτων. Αφορά και την επιστροφή του ανθρώπου στην επιθυμία, στην εγγύτητα, στη σχέση και τελικά σε μία ζωή που μπορεί να βιώνει ως πραγματικά ικανοποιητική.

Αν κάτι σε προβληματίζει ή θες να μάθεις περισσότερα γύρω από τη σεξουαλικότητα και την ψυχική υγεία, επισκέψου το Ινστιτούτο Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας στο askitis.gr ή κάλεσε δωρεάν στη συμβουλευτική γραμμή 210-7797979.

Ακολούθησε τα social media του Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας:
Facebook: @institutethanosaskitis
Instagram: @institute.mental.sexual.health

Photos: iStock

© 2026 tlife.gr