Συγκλονίζει η Σεμίνα Διγενή για το θάνατο της μητέρας της: «Για την Μάγδα, που μια παγωμένη Κυριακή, έφυγε στα 59 της»

Συγκλονίζει η Σεμίνα Διγενή για το θάνατο της μητέρας της: «Για την Μάγδα, που μια παγωμένη Κυριακή, έφυγε στα 59 της» | tlife.gr

Μοιάζει κοινότυπο αλλά είναι αλήθεια. Μάνα είναι μόνο μία και ο πόνος από την απώλειά της είναι μεγάλος. Και μπορεί ο χρόνος να γιατρεύει τα πάντα, αλλά ο πόνος της μάνας δε φεύγει ποτέ.. Απλά μαθαίνεις να ζεις χωρίς αυτή. Προχθές η Σεμίνα Διγενή θυμήθηκε την ημέρα που έφυγε για πάντα η δική της μητέρα, η Μάγδα. Στις 20 Ιανουαρίου του 1990. Η περιγραφή της για όσα ένιωσε στο δωμάτιο του νοσοκομείο την ώρα που η μητέεα της έφυγε για πάντα, είναι συγκλονιστική…

«20 Ιανουαρίου, 1990, Κυριακή. Μια μέρα που δε θέλω να σκέφτομαι, δε θέλω να θυμάμαι, δε θέλω να μιλάω, γιατί -ακόμη και μετά από τόσα χρόνια- πονάει πολύ.
Της έχει αφιερωθεί η τελευταία σελίδα του Κίτρινου Υποβρύχιου.
Για την Μάγδα, που μια παγωμένη Κυριακή, έφυγε στα 59 της».

Έγραψε η γνωστή δημοσιογράφος και παρουσιάστρια πάνω από το κείμενο που έγραψε για εκείνη

Διάβασε το κείμενο της που δημοσιεύτηκε στο Onlytheater

«Νομίζω ότι ξέρω κάτι πολύ σημαντικό. Ξέρω πώς είναι να περνά ο θάνατος δίπλα σου. Μοιάζει με ξαφνικό παγωμένο αεράκι. Τόσο διαπεραστικά ψυχρό, που φτάνει μέχρι το πιο βαθύ σου κύτταρο και το παγώνει. Το ένιωσα σε αίθουσα εντατικής.

20 Ιανουαρίου 1990, η νύχτα που φεύγει η μαμά μου. Θυμάμαι έντονα εκείνον τον λευκό ζεστό χώρο. Εφιαλτικά ζεστό.

Την κοιτάζω υπνωτισμένη. Είναι εκεί και δεν είναι, είμαι εκεί και δεν είμαι, σαν να μην έχω ανάσα, ξέρω πως από στιγμή σε στιγμή, τελειώνουν όλα. Η λέξη «τελειώνουν» γεμίζει αγκάθια που βυθίζονται στο μυαλό μου. Σε πολύ λίγο, δεν θα έχω πια τη μαμά μου. Την ολόδική μου μαμά, σε πολύ λίγο θα την χάσω για πάντα και αυτές τώρσ, είναι οι τελευταίες στιγμές που μπορώ ν αγγίξω το χέρι της, να την κοιτάζω να κοιμάται, ν ακούω την αναπνοή της.

Αυτά σκέφτομαι , μέσα στη ζεστή αίθουσα, όταν ξαφνικά ένας παγωμένος αέρας, με κάνει να γυρίσω να δω ποιό παράθυρο ή πόρτα άνοιξε κι έγινε ρεύμα.. Όλα είναι κλειστά κι εγώ έχω παγώσει. Είναι η στιγμή που έρχονται οι γιατροί, πάνω από το κρεβάτι της, είναι η στιγμή που όλα τελειώνουν, η στιγμή που η λέξη «τελειώνουν» βγάζει κι άλλα χιλιάδες αγκάθια και δόντια και ξεκινάει το ξέσκισμα. Η λέξη «τελειώνουν» γίνεται ένα θεόρατο παγόβουνο και κομματιάζομαι πάνω του. Μια χιονοστιβάδα που σκάει στο κεφάλι μου. Η μυρωδιά του πάγου.

Η μαμά μου φεύγει κι ένα ανατριχιαστικά παράξενο, αδικαιολόγητα ψυχρό κύμα αέρα κινείται στο ζεστό δωμάτιο.

Ο θάνατος είναι κάτι απελπιστικά κρύο».

READ more